O Μουχτάρ και ο δρόμος για τη Δύση
Διονύσης Ανεμογιάννης

Από τα υψίπεδα της Τουρκίας και τις πολιτικές δολοφονίες του Αφγανιστάν, μέχρι το ελληνικό λιμάνι, ο νεαρός Mokhtar έζησε μια Οδύσσεια, όχι πολύ διαφορετική από αυτή που περνούν χιλιάδες άλλοι μετανάστες εξ ανατολής κάθε χρόνο.

Φωτο: Tomoko Rin

Ο Mokhtar είναι εικοσιέξι χρονών, σίγουρα δείχνει μεγαλύτερος. Εύθυμος και ομιλητικός, την πρώτη φορά που τον συναντήσαμε μας φίλεψε ‘μαν-τού’, πουγκιά δηλαδή με κιμά και όσπρια σε σάλτσα από γιαούρτι. ‘Μαν-τού’, σημαίνει ‘εσύ και εγώ’. Μιλάει και γράφει άπταιστα ελληνικά και διατηρεί μια εντυπωσιακή οδοντοστοιχία. Περήφανος μας μίλησε για βραβεύσεις από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, διακρίσεις σε ελληνικούς διαγωνισμούς μεταναστών, τις 19 διαλέξεις του σε ελληνικά πανεπιστήμια –ως εκπρόσωπος των μεταναστών στην Κρήτη- και τόσα άλλα που ακολούθησαν την εγκατάστασή του στην Ελλάδα. Όμως καλύτερα θα ήταν να ξεκινήσουμε από την αρχή. Και όταν λέμε αρχή, εννοούμε τις συστάσεις.

«Ονομάζομαι Mokhtar και γεννήθηκα στις 11 Σεπτέμβρη του 1986 στο Αφγανιστάν. Για κάποιους πολιτικούς λόγους η οικογένειά μου αναγκάστηκε να φύγει από το Αφγανιστάν. Πήγαμε στο Πακιστάν για δύο μήνες, απ’ όπου φύγαμε πάλι εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεων του πατέρα μου. Έτσι μετακινηθήκαμε στο Ιράν, όταν ήμουν ακόμη πολύ μικρός, ενός χρόνου. Δεν μου άρεσε η χώρα. Ήμουν παράνομος και δεν μπορούσα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου».

Ποια ήταν τα όνειρά σου;
Να μπω σε μια σχολή, να δουλέψω, να βοηθήσω την οικογένειά μου. Υπήρχε όμως μεγάλος ρατσισμός και αποφάσισα να φύγω. Ήταν δύσκολο και για εμένα και για τους δικούς μου, όμως κατάφερα να τους πείσω. Δεν είχα μέλλον στο Ιράν. Το ξερα. Το είχα ζήσει. Ήταν καλοκαίρι όταν έφυγα από το Ιράν.

Από το Ιράν πώς έφυγες;
Εκείνη την εποχή που αποφάσισα να φύγω, μετανάστευαν πολλοί Αφγανοί. Μαζευτήκαμε τότε παρέες, κάποιοι συνομήλικοι αλλά και μεγαλύτεροι, πήραμε το λεωφορείο, κρυφά, μέχρι τα σύνορα Ιράν-Τουρκίας. Είχαμε πληρώσει κάποιους ανθρώπους που θα μας βοηθούσαν να φύγουμε. Μάλιστα, είχαμε συμφωνήσει να δώσουμε τα λεφτά σε τρεις δόσεις γιατί ήταν πολλά. Στόχος μας ήταν να περπατήσουμε από το Ιράν μέχρι τα παράλια της Τουρκίας. Όταν κατεβήκαμε από το λεωφορείο στα σύνορα, ήρθαν οι άνθρωποι αυτοί με αυτοκίνητα και μας πήγαν σε ένα κοντινό χωριό. Μετά από τρεις μέρες. Μάς είχαν πει ότι σε πέντε ώρες θα φτάναμε στον προορισμό μας. Ψέματα. Μια δύσκολη διαδρομή στο βουνό, δίχως φως. Ήταν βράδυ και ίσα-ίσα ξεχωρίζαμε το μονοπάτι απ’ τον γκρεμό, επειδή είχε φεγγάρι. Φοβόμουν πολύ και σε όλη την διαδρομή δεν σταματήσαμε να τρέχουμε. Στόχος μας ήταν να φτάσουμε κάπου. Μετά από κάποιες ώρες φτάσαμε σε ένα ψηλό βουνό. Το ανεβήκαμε σε μια πεζοπορία που διήρκησε σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο. Όταν φτάσαμε σε ένα ασφαλές σημείο, ήμασταν όλοι πεινασμένοι, διψασμένοι και εξουθενωμένοι από το ταξίδι. Στο δρόμο είχαμε δει κάποια πτώματα παρατημένα. Εν τω μεταξύ, επειδή ήταν μεγάλο υψόμετρο, είχε πιάσει βροχή και κρύο. Από την κούραση και την αϋπνία, δεν άντεξα και έπεσα κάτω να κοιμηθώ. Το σώμα μου πάγωσε και ευτυχώς που βρέθηκε ένας φίλος μου από την ομάδα που με σκέπασε με μια κουβέρτα να με ζεστάνει και όταν ένοιωσα καλύτερα με βοήθησε να σηκωθώ και φύγαμε. Προχωρήσαμε τον δρόμο στο βουνό και φτάσαμε σε ένα χωριό. Μείναμε εκεί και περιμέναμε να μας βοηθήσουν να φύγουμε, όμως δεν γινόταν τίποτα, έτσι αποφασίσαμε μεταξύ μας, να φύγουμε καθένας ξεχωριστά στα κρυφά. Μετά από πέντε μέρες πεζοπορίας φτάσαμε στην πόλη Van. Εκεί μας έπιασε η αστυνομία. Είχε ήδη συλλάβει κάποια άτομα από την παρέα που ήμασταν, όλοι μαζί 150 μετανάστες. Μας έστειλαν στα σύνορα και πας παρέλαβε ο Ιρανικός στρατός. Εκεί έπεσε ξύλο. Μετά μπήκαμε φυλακή. Λίγο καιρό αργότερα ήρθαν διάφοροι έμποροι και εγγυήθηκαν την αποφυλάκισή μας. Μας έβγαλαν έξω, με σκοπό να επαναλάβουμε το ταξίδι μας. Πληρώσαμε ξανά από την αρχή και κάναμε μια δεύτερη απόπειρα να φτάσουμε στην Δύση.
Την δεύτερη φορά ένοιωθα τον εαυτό μου έμπειρο. Ξεκίνησα πιο δυνατά, με μεγαλύτερο πείσμα και αποφασιστικότητα. Στην πεζοπορία στο βουνό , την δεύτερη φορά, φτάσαμε σε ένα σημείο που από δεξιά είχε γκρεμό και από τα αριστερά κάτι μεγάλες πέτρες. Όταν αντιληφτήκαμε από πίσω μας τα φώτα στρατιωτικών οχημάτων, οι περισσότεροι άρχισαν να τρέχουν και να σκαρφαλώνουν τις πέτρες. Εγώ, σωματικά εξουθενωμένος, με πυρετό και βαρύ κρύωμα, κουλουριάστηκα με το μπουφάν μου, κρύβοντας πρώτα τα λευκά παπούτσια μου –μάρκα adidas-. Έπιασαν πολλούς από την ομάδα, όμως εμένα δεν με αντιλήφτηκαν. Έτσι κουλουριασμένος στο μπουφάν μου, κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, τα χαράματα, συνάντησα άλλα τέσσερα παιδιά που είχαν γλιτώσει. Περάσαμε κάποιες ώρες παρέα και μετά αποφασίσαμε να χωριστούμε σε ομάδες των δύο ατόμων˙ αποχαιρετιστήκαμε και συνεχίσαμε το ταξίδι μας. Στο Ιράν είχα μάθει κάποια λίγα σπαστά τούρκικα, έτσι όταν βρήκα έναν βοσκό, τον ρώτησα σε πόσα χιλιόμετρα είναι η Κωνσταντινούπολη. Εκείνος μου αποκρίθηκε ‘1965 χιλιόμετρα’. Αυτά τα χιλιόμετρα τα διύνησα με τα πόδια, εικοσι-τρεις μέρες ταξίδι. Ήταν μια διαδρομή από βουνό σε βουνό, πάντα κρυμμένοι, προκειμένου να μην μας βρει κανείς. Κάποια στιγμή συναντήσαμε έναν Τούρκο που μας απείλησε να μας σκοτώσει αν δεν του δώσουμε χρήματα, ‘δολάρια’ όπως μας είπε. Του δώσαμε τις τσάντες μας, τις έψαξε, είδε ότι δεν είχαμε καθόλου λεφτά και μας παράτησε.

Ποια ήταν η πιο ευχάριστη στιγμή αυτές τις 23 μέρες ταξιδιού;
Κάποια στιγμή βρεθήκαμε σε ένα χωριό που όλοι οι κάτοικοι ήταν από το Αφγανιστάν. Αυτοί μας φιλοξένησαν και μας έκαναν να νοιώσουμε ασφαλείς. Όμως δεν θέλησα να μείνω παραπάνω εκεί. Είχα βάλει στόχο μου, να φτάσω στην Ευρώπη.

Πώς είχες την Ευρώπη στο μυαλό σου;
Ελευθερία. Περιστέρι. Γιατί εκεί που έμενα στο Ιράν, ήμουν πιασμένος, δεν μου άρεσε.

Τελικά έφτασες στην Κωνσταντινούπολη;
Ναι. Στην Κωνσταντινούπολη έφτασα την ημέρα των 15ων γενεθλίων μου και τραγική σύμπτωση, ήταν η μέρα που έγινε το τρομοκρατικό χτύπημα στους δίδυμους πύργους. Είδα το ένα αεροπλάνο να συγκρούεται με τον πύργο και στην συνέχεια το άλλο. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Μετά από λίγο καιρό μας συνέλαβε η αστυνομία. Και εκεί έπεσε πολύ ξύλο. Για βδομάδα δεν μπορούσα να περπατήσω από τα χτυπήματα, χτυπήματα από αρβύλες. Έμεινα δώδεκα μέρες στην φυλακή, πέρασα τα χειρότερα. Υπήρχε περίπτωση να μας στείλουν πίσω στο Αφγανιστάν, το άκουσα και δεν ήθελα να το πιστέψω. Στο τέλος, μας ζήτησαν  να πληρώσουμε μια εγγύηση για να μας αφήσουν ελεύθερους. Όταν μας απελευθέρωσαν, αποφάσισα να περάσω απέναντι, στην Λέσβο. Αγοράσαμε μόνοι μας, μια φουσκωτή βάρκα. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινα σε πλεούμενο, δεν ήξερα κολύμπι και ήταν νύχτα. Ταξιδεύαμε για δέκα ώρες, ώσπου τελικά φτάσαμε στο νησί.

Αν κοιτάξεις πίσω, σε πιο σημείο του ταξιδιού σου, φοβήθηκες περισσότερο;
Ολόκληρο το ταξίδι ήταν επώδυνη εμπειρία, γεμάτη φόβο. Μόνο όταν έφτασα σε ένα ασφαλές σημείο, ένοιωσα ηρεμία.

Ποιο ήταν το ασφαλές σημείο;
Η Ελλάδα. Στο Ιράν έχουμε μια παροιμία, λέμε ‘κρατώ την ζωή μου στο χέρι μου’. Αυτό ένοιωθα σε όλο το ταξίδι.

Γιατί τελικά επέλεξες να μείνεις στην Ελλάδα;
Είχα διαβάσει γι’ αυτή στο σχολείο. Ήξερα για την ιστορία της και την κουλτούρα της. Σκεφτόμουν ότι αφού η  Αρχαία Ελλάδα ήταν τόσο σπουδαία, σίγουρα και η σύγχρονη Ελλάδα θα ήταν καλή, και πράγματι μου άρεσε. Το κλίμα, οι άνθρωποι, η φιλοξενία. Ήταν όλα πολύ καλά.

Τι θυμάσαι από την άφιξή σου στην Ελλάδα;
Ήταν όλα μια χαρά. Η ακτή ήταν γεμάτη στρατό, μας σταμάτησαν και μας πήγαν στο λιμενικό. Αργότερα έμαθα, ότι ήμασταν από τα πρώτα γκρουπ μεταναστών που έφταναν στην Ελλάδα.

Ξύλο έπεσε;
Όχι, στην Ελλάδα είναι αλλιώς τα πράγματα. Δεν ξέρω τώρα με τους χρυσαυγίτες, όμως μέχρι στιγμής η αντιμετώπιση είναι ανθρώπινη.

Στην συνέχεια τι έγινε;
Έμεινα στο κέντρο υποδοχής για αρκετό καιρό και στην συνέχεια δανείστηκα λεφτά από φίλους και κατέβηκα στην Αθήνα. Μέσω του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες στάλθηκα στα Ανώγεια Κρήτης για να πάω σχολείο και μέχρι σήμερα ζω εκεί. Στο κέντρο υποδοχής, είχα το παρατσούκλι, ο πρωτοπόρος. Ήμουν αυτός που ξεκινούσε όλες τις δραστηριότητες. Πρώτος άρχισα να πηγαίνω σχολείο, δουλειά, πρώτος στο ποδόσφαιρο. Είχα μπει και σε θεατρική ομάδα που ανέβασε το έργο ‘το ταξίδι του Οδυσσεβάχ’. Όταν τελείωσα την σχολή αποφάσισα να πάω στο ΤΕΙ Κρήτης, γιατί το νησί αυτό είχε γίνει πλέον η πατρίδα μου. Ειδικά τα Ανώγεια. Αγαπώ το χωριό αυτό, σαν δικό μου. Είναι άνθρωποι φιλόξενοι, ζεστοί. Αυτή η κοινωνία μας αγκάλιασε πραγματικά. Μπορεί να μένω πια στον Άγιο Νικόλαο, όμως νοικιάζω ένα σπίτι στα Ανώγια. Μπορεί να το χω κλειδωμένο, να πηγαίνω μια στο τόσο, όμως θέλω να έχω μια διασύνδεση μ’ αυτό τον τόπο.

Στην Ελλάδα τι προβλήματα αντιμετώπισες;
Μπορεί η διαδρομή μου στην Τουρκία να με δοκίμασε σωματικά, όμως η Ελλάδα μου επιφύλασσε ψυχολογικά βασανιστήρια. Όταν πρωτοήρθα στις ανακρίσεις και τις συνεντεύξεις, δεν υπήρχε διερμηνέας. Περίμενα λοιπόν, να έρθει κάποιο χαρτί που με αναγνώριζε ως πρόσφυγα, όμως αποδείχτηκε ότι η συνέντευξη που είχα δώσει δεν με κάλυπτε για κάτι τέτοιο. Έτσι όταν προσπάθησα να μπω σε μια ομάδα ποδοσφαίρου –αριστερό/δεξί χαφ- και είχα κάνει ενάμιση χρόνο προπόνηση γι αυτό τον σκοπό, αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσαν να με πάρουν γιατί δεν είχα τα κατάλληλα χαρτιά. Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να βγει το δελτίο και να μπορώ να παίζω σε αγώνες.
Προβλήματα προέκυψαν και με το σχολείο καθώς δεν μερίμνησαν να με κατατάξουν σε σωστή τάξη, έτσι πέρασα δύο χρόνια στην τρίτη γυμνασίου, για να αποφανθούν ότι πρέπει να πάω πίσω στην πρώτη γυμνασίου. Μετά από αυτό, μπήκα σε κανονικό ρυθμό ζωής.
Από την πρώτη στιγμή που έφτασα στην Ελλάδα, είχα βάλλει σκοπό να μάθω αυτή την γλώσσα. Το λεγα και το ξανάλεγα. Αν έψαχνες τις τσέπες μου θα έβρισκες μόνο χαρτάκια που έγραφα λέξεις από το ελληνικά στα αφγανικά. Έτσι έναν χρόνο μετά μου ανέθεσαν τον ρόλο του διερμηνέα στο κέντρο υποδοχής.
Θα σου διηγηθώ ένα ακόμη συμβάν. Στο σχολείο ήμουν αριστούχος στην θετική κατεύθυνση και πήγαινα ολοταχώς για ιατρική. Υπάρχει μια παροιμία που λέει: ‘όταν δεν πονάει το κεφάλι σου, εσύ γιατί το δένεις;’ Εγώ αυτό έκανα, ενώ θα μπορούσα να είμαι ξέγνοιαστος, το χα πάρει απόφαση να ταλαιπωρηθώ αλλά να πετύχω. Όταν ήμουν στην τρίτη λυκείου, η τάξη μου είχε αποφασίσει να πάει πενταήμερη στην Γαλλία. Εγώ τότε είχα την λεγόμενη ‘ροζ κάρτα’ με την οποία δεν επιτρέπεται να ταξιδέψεις στο εξωτερικό. Ήδη είχα αρχίσει να το σκέφτομαι από Δευτέρα λυκείου, όταν είχα ρωτήσει κάτι δικηγόρους με είχαν διαβεβαιώσει ότι θα καταφέρω να ταξιδέψω. Όταν πλησίασε ο καιρός να πάμε στην Γαλλία, άρχισα να ετοιμάζω τα χαρτιά μου. Πήγα στην Αθήνα στα αρμόδια υπουργία και τελικά κατάφερα να πάρω το ταξιδιωτικό έγγραφο. Όταν μπήκα όμως στο μετρό, κάποιος πήγε και μου απ’ την τσάντα τα χαρτιά μου. Ήταν λες και κάτι με κυνηγούσε η κακοτυχία. Πανικοβλήθηκα και δεν ήξερα τι να κάνω. Πήγα στην αστυνομία να δηλώσω κλοπή, μετά από μεγάλη ταλαιπωρία και πολλά τηλεφωνήματα πείστηκαν να μου δώσουν χαρτί. Το πήγα στο υπουργείο, ούτε εκεί το δέχτηκαν, αλλά τελικά πείστηκαν και αυτοί. Με το ταξιδιωτικό έγγραφο του υπουργείου στο χέρι και μια βαλίτσα που μου είχαν ετοιμάσει οι συμμαθητές μου από Κρήτη, έτρεξα στο αεροδρόμιο. Με μεγάλη απογοήτευση συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν διατεθειμένοι να με αφήσουν να ταξιδέψω. Δεν ήξερα τι άλλο έπρεπε να κάνω πια και έτσι παραιτήθηκα.
Σε αυτό έπεσα ψυχολογικά. Ήταν σαν να με είχαν ρίξει από τον έκτο όροφο. Είχα κάνει τα πάντα γι αυτό το ταξίδι. Και έτσι σκέφτηκα το εξής: αφού δεν κατάφερα να ταξιδέψω με έγγραφο από το υπουργείο, σιγά που θα κατάφερνα να γίνω δεκτός στις πανελλήνιες. Και έτσι τα παράτησα όλα. Πήγα να δώσω μόνο και μόνο από περιέργεια και πείσμα, περιμένοντας να δω αν θα με αφήσουν. Όπως το περίμενα, δεν μου επέτρεψαν αρχικά να μπω, αλλά επενέβησαν οι καθηγητές μου και τελικά με άφησαν. Αλλά δεν είχα διαβάσει. Πέρασαν οι μήνες, βγήκαν τα αποτελέσματα και ο δικός μου βαθμός δεν είχε κατοχυρωθεί. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Μετά από πολύ καιρό, όταν βρέθηκα για άλλους λόγους στην Αθήνα, αποφάσισα να πάω στο υπουργείο να ζητήσω τον λόγο. Αυτοί όμως, με πληροφόρησαν ότι είχα περάσει σε σχολή και για κάποιο λόγο δεν είχε καταχωρηθεί αυτό στους πίνακες των αποτελεσμάτων. Το ήξεραν μόνο οι άνθρωποι στο υπουργείο. Δεν είχαν μπει στον κόπο να πληροφορήσουν και εμένα, έτσι είχα χάσει την περίοδο των εγγραφών. Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα πόσα παιδιά ήταν όπως εγώ. Το υπουργείο με ενημέρωσε ότι ήμουν ο πρώτος Αφγανός που είχε δώσει πανελλήνιες. Συγχαρητήρια».

Έχεις άδεια παραμονής έχεις;
Μετά από δέκα χρόνια προσπάθειας, κατάφερα να βγάλω όλα τα χαρτιά μου. Πλέον θεωρούμαι αναγνωρισμένος πολιτικός πρόσφυγας.

Πώς βγάζεις λεφτά για να συντηρείσαι;
Δεν έχει μείνει δουλειά που να μην έχω κάνει στα Ανώγεια: διερμηνέας, αγροτικές εργασίες, οδηγός, χτίστης, υδραυλικός, σερβιτόρος (…) τα πάντα. Είχα πολύ όρεξη και θέληση να δουλέψω, γι αυτό δούλεψα παντού. Ήθελα να βγάλω τα χρήματα με τα δικά μου χέρια, με τον δικό μου ιδρώτα. Θέλω τα λεφτά μου να είναι καθαρά.

Με την οικογένειά σου έχεις επαφές; Στέλνεις χρήματα;
Κρατάω επαφές. Πράγματι τον πρώτο καιρό έστελνα χρήματα, όμως τώρα που δυσκολεύομαι να συντηρώ τον εαυτό μου, δεν στέλνω.

Ναι, όμως κάνεις πολλές δουλειές.
Σίγουρα, όμως οι περισσότερες είναι εθελοντικές.

Όπως;
Είμαι εκπρόσωπος μεταναστών και προσφύγων στον δήμο Ανωγείων και τον δήμο Ηρακλείου, είμαι εθελοντής στον Ερυθρό Σταυρό Ηρακλείου, ενώ παράλληλα γράφω δύο βιβλία. Το ένα είναι η ιστορία της ζωής μου μέχρι σήμερα και το δεύτερο είναι ένα λεξικό Ελληνικό-Αφγανικό και αντίστροφα. Υπολογίζω να έχω τελειώσει το τελευταίο μέχρι το τέλος του έτους. Δύσκολο εγχείρημα.

Η οικονομική κρίση έχει αλλάξει τίποτα στην ζωή σου;
Έχω τραβήξει τόσα πολλά που νοιώθω μια απ’ τα ίδια. Για τους Έλληνες όμως που είχαν μάθει αλλιώς, είναι δύσκολα. Έτσι όπως βλέπω την Ελλάδα, λαμβάνοντας υπόψη την κουλτούρα, την ιστορία της και τα μυαλά που πάντα είχε και θα έχει ο Έλληνας, πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε. Παρ’ όλο που είμαι αλλοδαπός, σκέφτομαι σαν Έλληνας. Δεν έχω άλλη πατρίδα.

Παρατηρείς αλλαγή στην συμπεριφορά των Ελλήνων;
Η Ελλάδα μου άρεσε πριν πέντε χρόνια, ο κόσμος τότε ήταν διαφορετικός. Ήταν φιλόξενοι και είχαν αγάπη μέσα τους. Όλα άλλαξαν από τότε που ήρθε η Κρίση. Στο Ιράν είχαμε ένα σύνθημα που έλεγε ‘χέρι-χέρι να φτιάξουμε την χώρα’. Αυτό πρέπει να έχουν στο νου τους οι κάτοικοι της Ελλάδας: καθένας να δώσει το χέρι στον διπλανό του και να πάρουν μια απόφαση για την δημιουργία μιας θετικής δύναμης, μιας δυνατής χώρας. Είναι σημαντικό να ασχολούμαστε με τα κοινά, με την κοινωνία, να ενδιαφερόμαστε να βελτιώσουμε την κατάσταση. Είναι στενάχωρο, αλλά πολλοί έλληνες προτιμούν να πίνουν το καφεδάκι τους, παρά να λαμβάνουν δράση.

Ποια είναι η νοοτροπία των Ελλήνων για τους αλλοδαπούς;
Υπάρχει προκατάληψη. Έτσι όπως έχει γίνει η κατάσταση ,όμως, κάθε Έλληνας είναι αλλοδαπός για κάποιους άλλους. Πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι οι μετανάστες δεν έρχονται για διακοπές, αλλά για να χτίσουν το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους. Επίσης καλοί και κακοί άνθρωποι υπάρχουν παντού. Κανονικά θα έπρεπε για κάθε άνθρωπο να είχαμε έναν αστυνόμο και έναν ψυχολόγο, αλλά αυτό φυσικά δεν γίνεται.

Σκέφτεσαι να επιστρέψεις στο Αφγανιστάν;
Ποτέ. Ποτέ ξανά. Μου έχει αφήσει σημάδια το Αφγανιστάν (μου δείχνει μια ουλή που έχει στο μέτωπό του).

Την ουλή ποιος στην έκανε;
Στο Αφγανιστάν είχαμε πολλά πολιτικά προβλήματα. Μια φορά μας επιτέθηκαν όταν ήμασταν στο σπίτι, πέταξαν βόμβες, ένα κομμάτι πέτυχε και εμένα. Έχω χάσει τους θείους μου, τους παππούδες μου, εκεί. Δεν έχω τίποτα για να επιστρέψω σε αυτό.

Σκέφτεσαι να φέρεις στην Ελλάδα την οικογένειά σου;
Αν υπάρχει τρόπος ναι, αλλά το βλέπω αδύνατο.

Καμιά Κρητικοπούλα έχεις βρει;
Όι, που λένε και οι Ανωγειανοί. Δεν έχω προλάβει να ασχοληθώ γιατί είμαι όλη μέρα στο τρέξιμο και έχω τόσα πολλά να απασχολούν το κεφάλι μου.

Ποιο είναι το επόμενο όνειρό σου που ανυπομονείς να πραγματοποιήσεις;
Θέλω να τελειώσω το ΤΕΙ στο οποίο έχω περάσει και μετά να δώσω ξανά για ιατρική.

Ένα άτομο που θες να ευχαριστήσεις μέσα από αυτή την συνέντευξη;
Είναι πολλά τα άτομα αυτά. Αν όμως έπρεπε να επιλέξω ένα, θα έλεγα την Χριστίνα. Πρόκειται για μια κυρία που πραγματικά με τα λόγια και τις πράξεις της, εδώ και δέκα χρόνια, μου έχει δώσει δύναμη να συνεχίζω. Είναι Αθηναία που είχε κατέβει στην Κρήτη, στο κέντρο υποδοχής. Από τότε, δεν περνάει εβδομάδα που δεν θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Υπήρξαν περιπτώσεις, όπως με την πενταήμερη, που ήμουν έτοιμος να παρατήσω τα πάντα, όμως χάρη σε εκείνη, το ξανασκέφτηκα. Την έχω σαν την μάνα μου. Και την ευχαριστώ γι’ αυτό.



back to main