Η ιστορία της Ειρκτής
Μαρία Παππά

Πώς μια μικρή ανεξάρτητη ελληνική δισκογραφική εταιρεία ξαναφέρνει στo προσκήνιο τη new wave και punk σκηνή των ελληνικών 80s.

Η Ειρκτή γεννήθηκε το 2007 σε ένα παγκάκι δίπλα στο Μετρό της Πανόρμου από τον Γιάννη και τον Μάρκο, πίνοντας μπύρες. Αφού καλλιέργησαν την ιδέα, έβαλαν μπρος την υλοποίηση του σχεδίου τον αμέσως επόμενο χρόνο. Έναυσμα για την δημιουργία της Ειρκτής -«το A και το Ω» όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μάρκος- ήταν οι Χωρίς Περιδέραιο. «Το είχαμε θέσει σκοπό από την αρχή ότι να τους βρούμε». Και τους βρήκαν, όσο παλαβό και αν ακούγεται από τον Χρυσό Οδηγό. «Πήρα στην αρχή τον ξάδερφο του, αλλά βγήκε ο αυτόματος τηλεφωνητής. Είχε ένα γαλλομαθή ξάδερφο. Πρέπει να ήταν και οι δυο από τη Γαλλία. Τελικά καταλήξαμε στο δεύτερο τηλέφωνο που είχαμε στη διάθεση μας, και ήταν όντως αυτός. Μιλήσαμε μαζί του, τον συναντήσαμε, άλλα περίμενε και άλλα κατάλαβε. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν πως βγήκε ξανά το βινύλιο σε 500 κόπιες και έφυγε πολύ γρήγορα», λέει ο Γιάννης. Το ομώνυμο άλμπουμ των Χωρίς Περιδέραιο είχε κυκλοφορήσει το 1985 σε 300 μόνο κόπιες και είχε εξαφανιστεί. Μαζί με ένα single –που θεωρείται ακόμη πιο σπάνιο– στην Art Nouveau Records, το συγκρότημα δεν κυκλοφόρησε τίποτε άλλο από τότε.

Η ιδιαιτερότητα της Ειρκτής σε σχέση ίσως με άλλες εταιρίες είναι ότι δεν κολλάει απαραίτητα στη γεωγραφία ή την αναγνωσιμότητα των συγκροτημάτων. Οι κυκλοφορίες τους έχουν να κάνουν περισσότερο με προσωπικές τους προτιμήσεις. Είναι άλμπουμ που δεν βρίσκεις εύκολα [κάποια δεν τα έχεις ακουστά καν] και πάντα τα βγάζουν σε βινυλιακή μορφή. Ο Μάρκος είναι ξεκάθαρος όσον αφορά τις επιλογές τους «Δεν έχουμε βγάλει κάτι που να μην μας αρέσει και δεν μας νοιάζει τόσο πολύ η διακίνηση. Αυτό φάνηκε με το Die Bunker και το Paralleles. Δεν μας ενδιέφερε αν θα τραβήξουν. Το Die Bunker έγινε sold out μετά από καιρό και στην ουσία ήταν επανακυκλοφορία μιας κασέτας που άρεσε σε μας και σε άλλους δεκαπέντε». Το γεγονός όμως ότι είναι από την Ελλάδα ίσως κάπως να τους περιορίζει, σε σχέση με την παγκόσμια αγορά. Σύμφωνα με το Γιάννη, μια κυκλοφορία τους αργεί να ξεπουλήσει λόγω της “λάθος” χώρας στην οποία βρίσκονται. «Αν ήμασταν στη Γερμανία που είναι πολύ πιο δυνατή αγορά, οι γαλλικές κυκλοφορίες θα είχαν εξαντληθεί πολύ πιο γρήγορα. Δεν είναι και πολλές οι 500 κόπιες. Απλά ερχόμαστε από ένα δύσκολο μέρος. Δεν μπορούσαμε να τις κινήσουμε στο εσωτερικό και είναι κάπως γελοίο, γιατί μουσικά μοιάζουν με τις ελληνικές. Το Die Bunker π.χ. μουσικά κινείται στις ίδιες ατραπούς με το Χωρίς Περιδέραιο. Είναι πολύ πιο minimal, αλλά αν δεν είχανε την κιθάρα του Ντρενογιάννη στους Χωρίς Περιδέραιο που έδινε ένα χαρακτηριστικό στον ήχο τους, σίγουρα θα ήταν γκρουπ άλλης τάξης. Δεν είναι το καθαρό χαζό minimal synth που μπορεί να είναι ελαφρά τη καρδία στις συνθέσεις. Είναι πολύ πιο σοφιστικέ, πολύ πιο εκλεπτυσμένες μουσικές αποδόσεις λόγω του Ντρενογιάννη και της έμπνευσης του Νίκου Αγγελή.» Και οι γαλλικές τους όμως κυκλοφορίες είναι -αν μη τι άλλο- επανεκδόσεις εξαιρετικά σπάνιων άλμπουμ. Το Die Bunker είχε βγει γύρω στα 83-84 σε κασέτα, μόνο σε 300 αντίτυπα, και δεν πίστευαν ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί του ότι θα μπορούσε να πουλήσει, πόσο μάλλον να γίνει sold-out. Αυτό και το άλλο γαλλικό που έχουν κυκλοφορήσει, το Brigade International, αναφέρει ο Μάρκος, «δεν είχαν ξαναβγεί στο φώς της ημέρας, μόνο σε κασέτες. Ήταν πολύ σπάνια και πολύ σκοτεινά και για τη σκηνή της Γαλλίας. Δεν ήταν πολύ γνωστά σαν items.»

Παρά την αναβίωση όμως του ήχου των 80s σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία χρόνια, μια μικρή ανεξάρτητη ελληνική εταιρεία δεν μπορεί εύκολα να συγκριθεί με μια ανάλογη αμερικάνικη, οι διαφορές φυσικά είναι κυρίως οικονομικής φύσης. Πέρα του ότι υπάρχει μια πληθώρα εταιριών στο εξωτερικό και όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μάρκος «Στην Αμερική πωλείται ένα 7ιντσο για 5 δολάρια λιανική, μιλάμε για 3μισι ευρώ. Στην Ευρώπη, και στη Γερμανία να μένεις, και από Γερμανία να τα παίρνεις, με τίποτα δεν θα πετύχεις αυτές τις τιμές. Είναι δύσκολο να έχεις δισκογραφική. Μας έχουν κάτσει αναποδιές πάρα πολλές. Λάθος τα pressings. Τα δοκιμαστικά. Να τα ξαναπληρώνεις. Θεωρούμε όμως πλέον ότι δεν μας αγχώνει αρκετά και αυτός ήταν και ο σκοπός από την αρχή. Το θέλαμε σαν αντίβαρο βασικά. Να έχουμε κάτι που να μας ευχαριστεί πολύ. Στην ουσία η μια παραγωγή χρηματοδοτεί την επόμενη», αλλά -τον συμπληρώνει ο Γιάννης- «Με 10 κυκλοφορίες σε 2 χρόνια θεωρούμε ότι είμαστε καλά».

Βέβαια τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα σε σχέση με όταν πρωτοξεκίνησαν, που η επικοινωνία μέσω του διαδικτύου με μπάντες του εξωτερικού αποδείχτηκε αρκετά κοπιαστική. Πολλές αρχικές προσπάθειές τους με γαλλικά γκρουπ -όταν το cold wave ήρθε ξανά στην επιφάνεια- δεν ευοδώθηκαν λόγω ασυνεννοησίας από τη μεριά της μπάντας, εξαιτίας της γλώσσας. Και ενώ στη Γαλλική σκηνή -και ακόμη περισσότερο στην Αγγλική σκηνή των 80s- υπήρχαν αναρίθμητες μπάντες που υιοθετούσαν μια πιο DIY στάση, έκαναν αυτοπαραγωγή και κυκλοφορούσαν ελάχιστες δουλειές πριν εξαφανιστούν, για ένα ελληνικό συγκρότημα, τα πράγματα ήταν πολύ περιορισμένα. «Πάλι καλά που υπάρχει και κάποιο υλικό», λέει ο Γιάννης, «οι αγγλικές μπάντες τότε έκαναν βίντεο-κλιπ. Οι δικές μας π.χ. οι Ανυπόφοροι περίμεναν να βρεθεί κάποιος φίλος τους με βιντεοκάμερα για να τους τραβήξει. Και έτυχε τώρα ένα από τα μέλη τους να έχει στη διάθεση του κάποια τραβηγμένα βίντεο από ένα live τους στην Καλλιθέα το 84-85. Βλέπεις αυτά και τρελαίνεσαι. Στην Αγγλία είχαν τον John Peel που κυνήγαγε τα νέα συγκροτήματα σαν φυσιοδίφης της πληροφορίας. Εμείς δεν είχαμε κάτι ανάλογο, τόσο έντονο. Δεν υπάρχει καμία αίσθηση μειονεξίας στο τι έκανε η Ελλάδα σε σχέση με την Αγγλία. Απλά δεν είχαμε τα μέσα. Δεν είναι ότι βγάλαμε κάτι υποδεέστερο. Είμαστε ευτυχείς όταν βρίσκουμε ανέκδοτο υλικό από μπάντες. Όπως με τους Ανυπόφορους και το Brand New Day των Metro Decay. Δεν είχαν κυκλοφορήσει ποτέ, είχαν μείνει στο χρονοντούλαπο.» Τι έχουν σαν απωθημένο να κυκλοφορήσουν από αυτά που έχουν ακούσει; Ο Μάρκος θα ήθελε τις δύο κασέτες των Not Only Bones, ενώ ο Γιάννης για ιστορικούς λόγους το Παρθενογένεσις, αλλά έχει άχτι όπως λέει τους Not 2 Without 3, «γιατί η μπάντα έκανε πάνω από 80 live στη δεκαετία του 80 και έχουν διασωθεί μόνο 2 κομμάτια τους που κυκλοφόρησαν σε μια συλλογή. Πάρα πολύ καλό new wave υλικό, αλλά αγγλόφωνο, με τη φωνή του Βασίλη στο συγκεκριμένο συγκρότημα να είναι κάτι ανάμεσα σε Robert Smith και Morrissey. Έχει τρομερή φωνή χαρακτηριστικότατη και τρομερές μελωδίες».

Πώς τα βρίσκουν όλα αυτά;
Μάρκος: Όχι το υλικό το αυθεντικό δεν το βρίσκουμε. Στο ίντερνετ όμως υπάρχουν στα πάντα. Ό,τι υπάρχει από εδώ και από εκεί. Ορισμένα υπάρχουν σε blog για να κατεβάσεις, που συνήθως έχουν και περιγραφές. Κάποιος ξέρει κάποιον. Κάτι γίνεται, μαθαίνεις.
Γιάννης: Έχω την εξής απορία πάντως. Παλιά που δεν υπήρχε το internet και αγοράζαμε από εδώ και από εκεί, απορώ πώς συσσωρεύτηκαν όλες αυτές οι γνώσεις. Μέσα από παζάρια, μέσα από τις διαπροσωπικές επαφές, μέσα από ακούσματα. Είναι φοβερό. Μιλάμε για μια σωρεία πληροφοριών.
Μ.: Είχαμε πολύ κασέτα. Κάποιος σου έκανε μια συλλογή και ξεκίναγες από κάπου. Εγώ έτσι ξεκίνησα. Πιανόσουν από κάπου.
Γ.: Και το ένα φέρνει το άλλο. Αλυσιδωτά. 
Μ.: Και εγώ μεγάλωσα σε μια χώρα που ένας θεός ξέρει πώς έφτασαν στα αυτιά μου. Εδώ ερχόμουν Χριστούγεννα, καλοκαίρι και ό,τι προλάβαινα μάζευα. Έμενα στη Σαουδική Αραβία. Καμία σχέση δηλαδή. Θυμάμαι βέβαια πως ξεκίνησα από ένα παιδί μεγαλύτερο μου που μου έδωσε μια κασέτα με Gun Club και Pixies. Ήταν πολύ δύσκολο. Τρώγαμε τυρόπιτες για να πάρουμε δίσκους.
Γ.: Ή δεν τρώγαμε τυρόπιτες για να πάρουμε δίσκους. Δεν τρώγαμε τίποτα.
Μ.: Ναι, στην πενταήμερη θυμάμαι να το έχω κάνει αυτό.
Γ.: Θυμάμαι χαρακτηριστικά τότε που έδινα για Lower και οι εξετάσεις ήταν όλη μέρα σχεδόν. Πήγαινες το πρωί και επειδή οι ενότητες είχαν κάποια χρονική διαφορά η μία από την άλλη, έπρεπε να περιμένεις. Έδινα νομίζω στο Αρσάκειο και θυμάμαι είχα πάει από το πρωί και δεν έφαγα καθόλου και έφυγα βράδυ από εκεί, γιατί την επόμενη μέρα θα πήγαινα στο δισκάδικο το ιστορικό, το New Wave στους Αμπελοκήπους, για να πάρω την κασέτα των U2, το Rattle and Ham που μου άρεσαν τότε.
Μ.: Καλά, το θέμα της πείνας το περάσαμε όλοι νομίζω με τους δίσκους. Κατέβαινες για ρούχα με το χαρτζιλίκι σου και δεν έπαιρνες ποτέ ρούχα, γύρναγες με δίσκους.
Γ.: Γιατί ήταν μια αγορά στην οποία μπορούσες να ήσουν καλός. Στα ρούχα δεν μπορούσες. Έπρεπε να πας με μια γυναίκα.
Μ.: Και ένα μεγάλο διάστημα υπολογίζαμε τα πάντα με πόσα μπορούμε να αγοράσουμε.
Γ.: Δηλαδή λέγαμε όχι αυτό δεν το παίρνω, γιατί είναι 3 δίσκοι.
Μ.: Πάντοτε τα υπολογίζαμε με το πόσα βινύλια είναι.
Γ.: Αντί για χρηματικές μονάδες, είχαμε μονάδες βινυλίου.

Και τι έχετε αποκομίσει από όλη αυτή την εμπειρία;
Μ.: Για μένα η χαρά που πήρα όταν βάλαμε το πρώτο pressing στο πικάπ, δεν περιγράφεται. Άμα μου το έλεγες όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, τότε που ξεκινήσαμε να μαζεύουμε δίσκους, δεν θα το πίστευα.
Γ.: Μερικές φορές σκέφτεσαι κάποτε συνέβαιναν κάποια πράγματα. Πήγαινα στα δισκάδικα να κοιτάξω. Τώρα έφτασα στο σημείο μέσα από την αγάπη μου για όλη αυτή τη διαδικασία να βγάζω πράγματα. Να βοηθάω να βγαίνει κάποιο υλικό, πολύ ωραίο. Υπάρχουν μέσα σε αυτό κάποιες συγκινήσεις τις οποίες καταλαβαίνει αυτός που έχει καταλάβει την προσπάθεια, προκειμένου να γίνει αυτό το πράγμα πραγματικότητα. Δεν το σκέφτεσαι συνέχεια. Υπάρχουν κάποιες στιγμές που σου έρχεται στο μυαλό.
Μ.: Από το παγκάκι μέχρι το να συζητάμε για τη δέκατη κυκλοφορία έχει περάσει για μας πολύ μεγάλο διάστημα.
Γ.: Και μακάρι στο χώρο του πανκ να υπάρξουν κάποιοι που θα κάνουν το ίδιο -ή με το garage, αγαπημένο μας είδος. Γιατί να μην γίνει κάτι και σε αυτά; Και η υπόθεση είναι καθαρά DIY.
Μ.: Και να μην μπαίνουμε μέσα για να μπορούμε να συνεχίσουμε.
Γ.: Από αυτό το πράγμα δεν ευελπιστούμε να βγάλουμε κάτι. Περισσότερο ευελπιστούμε να διακινηθεί η μουσική και να σωθεί κάποιο υλικό. Το θεωρώ πολιτισμική προσφορά αυτό.

 

Η κουβέντα με τα παιδιά της Ειρκτής έγινε πριν από ένα χρόνο περίπου, την ίδια εποχή.  Η νέα τους κυκλοφορία θα είναι η ομότιτλη θρυλική κασέτα των ΑΝΤΙ… σε 500 κόπιες βινυλίου.

 http://eirkti.com

 



back to main