Τέλμα
Διονύσης Ανεμογιάννης

Λίγος Σαίξπηρ, ένα γράμμα και πολύ ψυχανάλυση. 

 

Η Βάσω και ο Μιχάλης βρίσκονται σε τέλμα. Δεν είναι οι μόνοι, αν και έτσι νοιώθουν. Τους φταίει ο «κακός κόσμος», το μετρό, τα μικρά αναμνηστικά από ταξίδια, οι γονείς, οι πρώην, στην Βάσω φταίει και το φάντασμα του Σαίξπηρ που επιμένει να εμφανίζεται ακόμη και όταν αυτή το διώχνει.

Πριν την πρόβα, μας υποδέχτηκαν φανερά αγχωμένοι. Δυο άνθρωποι ευάλωτοι, έσπαγαν το πάγο με έξυπνο χιούμορ και τραγούδι [η Βάσω μας τραγούδησε όλη την ανθολογία του Γιώργου Μαργαρίτη]. Στο λιτό περιβάλλον της σκηνής λίγο χώμα, μια φωτογραφία του Μιχάλη σε μικρή ηλικία και ένα υπερυψωμένο μικρόφωνο. Η κουβέντα μας, στο εξομολογητήριο του Bios ξεκίνησε κάπως έτσι:

Πώς δημιουργήσατε την ομάδα Stimulus;

Μιχ. «Με την Βάσω είχα συνεργαστεί στο παρελθόν. Θέλαμε από τότε να κάνουμε μία δουλειά μαζί και βασικός μας όρος ήταν να φτιάξουμε κάτι που μας κινητοποιεί κάτι που μας ερεθίζει. Η πρώτη μας παράσταση ανέβηκε στο θέατρο “Επί Κολονώ” με τον τίτλο “Μαρτυρώ” και αφορούσε μαρτυρίες βασανισθέντων. Το αιτούμενο είναι να συναντιόμαστε όταν έχουμε κάτι να επικοινωνήσουμε στο κοινό. Σκοπός μας είναι η παράσταση να εγγράφεται στο κοινό, να το διεγείρει και έτσι να συνεχίζεται και μετά την έξοδο από το θέατρο».

Στην περίπτωση του “Τέλματος” τι ακριβώς θέλετε να μοιραστείτε με το κοινό;

Μιχ. «Το βασική αφορμή της παράστασης είναι όλος ο χαμός που επικρατεί στην χώρα τα δύο τελευταία χρόνια. Επίσης διαβάζοντας πρόσφατα τον Άμλετ και κάνοντας ένα αναγραμματισμό στο μυαλό μου (ΑΜΛΕΤ-ΤΕΛΜΑ) συνειδητοποίησα ότι πολλά στοιχεία του κειμένου είναι επίκαιρα.»

Βάσω «Αφορμή ήταν να μιλήσουμε για το σήμερα, να μιλήσουμε για εμάς και να μην μιλήσουμε, να σιωπάσουμε, να τραγουδήσουμε ή απλά να κοιτάμε. Θέατρο για εμένα είναι να μιλήσεις γι’ αυτό που σε απασχολεί την δεδομένη στιγμή. Σε ένα χρόνο το ίδιο κείμενο δεν θα το νοιώθω δικό μου».

Ποιοι είναι οι δύο χαρακτήρες στην σκηνή του “Τέλματος”;

Βάσω «Όταν αρχίσαμε να σκεφτόμαστε για την παράσταση, δεν ήθελα να παίξω, ήθελα μόνο να υπάρχω στην σκηνή αμίλητη. Αργότερα, επειδή ακριβώς γράφω κείμενα, αποφάσισα ο ρόλος μου στην παράσταση να είναι αυτός της αναγνώστριας. Προσπαθώ να μην μιλήσω εγώ, αλλά να ακουστεί η σιωπή του γραπτού».

Μιχ. «Ο δικός μου χαρακτήρας είναι πιο εξωστρεφής, πιο έντονος. Αντίθετα, η Βάσω δεν ανοίγεται στο κοινό, αφήνει το κείμενο να μιλήσει αντ’αυτής. Και οι δύο χαρακτήρες καίγονται να μιλήσουν, μόνο που αυτός ουρλιάζει. Ο εσωτερικός τόνος της Βάσως συμπληρώνει την δική μου πληθωρική έκφραση».

Πού είναι κρυμμένος ο Άμλετ στην παράσταση;

Μιχ. «Αρχικά υπάρχουν τρεις φράσεις [σε μετάφραση Χειμωνά] από τον Άμλετ στο έργο. Αυτές είναι “H χρήση του κόσμου είναι λάθος”, “H χώρα αυτή ονομάζεται κτηνωδία» και “τον τελευταίο καιρό δεν έχω καμία χαρά, βάρυνε μέσα μου ο κόσμος και κανένας άνθρωπος δεν μου δίνει χαρά”. Σίγουρα ο Άμλετ είναι ερέθισμα αλλά δεν είναι ο άξονας της παράστασης, είναι περισσότερο ένα όμορφο διακειμενικό παιχνίδι».

Βάσω «Με κάποιον μαγικό τρόπο τυχαίνει και ο Άμλετ, επανερχόταν στην παράσταση ενώ δεν το είχαμε σχεδιάσει. Η Οφηλία απευθύνεται στον πατέρα της με τρόπο που θυμίζει την παράσταση. Ο θάνατός της επίσης! Αντίστοιχα, ο Άμλετ της παράστασης προσπαθεί να χειριστεί το μέσα του, το μυστήριο του θανάτου, είναι λίγο θεατρίνος, είναι πρωταγωνιστής αλλά στέκει σιωπηλός. Τίποτα ωστόσο δεν ήταν προσχεδιασμένο. Έτυχε και έδεσαν όλα μεταξύ τους. Ο Άμλετ παραμόνευε παντού.

Τι ρόλο προσδίδετε στην τύχη στην ζωή σας; Κατά πόσο διαμόρφωσε αυτή την παράσταση;

Βάσω «Βασική μου αρχή στην ζωή είναι ότι όλα συμβαίνουν για έναν λόγο. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ευτυχώς! Η ζωή είναι δύσκολη, σε πεθαίνει, αλλά υπάρχει και η ομορφιά. Και τα καλά και τα κακά που μου έχουν συμβεί στη ζωή, τα έλκω με κάποιο τρόπο, τα προκαλώ».

Μιχ. «Στην παράσταση το τυχαίο υπάρχει παντού. Η σκηνοθεσία διαμορφώνεται από το αιτούμενο της στιγμής. Το τέλος διαφοροποιείται ανάλογα. Επιτρέπουμε στους εαυτούς μας το τυχαίο να συμβεί. Πρέπει να είσαι έτοιμος να καταφάσκεις στο [δημιουργικό] τυχαίο. Ακόμα και τα σφάλματα είναι θεμιτά».

Το κοινό και αυτό το ίδιο είναι τυχαία μεταβλητή. Πώς θα αισθανόσασταν αν αντιδρούσε κάποιος κατά τη διάρκεια της παράστασης;

Βάσω «Είναι ζωντανός οργανισμός η παράσταση. Ας αντιδράσει. Θυμάμαι σε μια άλλη παράσταση είχε τύχει να σταματήσω και να συνοδέψω μία κυρία έξω γιατί ένοιωθε στενοχωρία. Η γυναίκα με ευχαρίστησε και συνέχισα. Μακάρι να αντιδρά ο κόσμος, να δηλώνει την κατάστασή του, χαιρόμαστε πολύ.»

Μιχ. «Όσο για τις αρνητικές αντιδράσεις, είναι ζήτημα πρόθεσης. Αν του προκύπτει αυτό και δεν έχει εξ αρχής τέτοια πρόθεση, είναι σεβαστό. Δεν είμαι υπέρ του να έρχεσαι σε κόντρα με τον κόσμο, πρέπει να διεκδικείς με κάποιο τρόπο τον σεβασμό του θεατή. Η αφοσίωσή σου σε αυτό που συμβαίνει, είναι αδιαπραγμάτευτη αλήθεια.»

Βάσω «Σίγουρα η αρνητική αντίδραση σε επηρεάζει αλλά αυτό που μπορείς να κάνεις εσύ, είναι να κοιτάξεις τον άλλο και να προσπαθήσεις να τον κάνεις κοινωνό της αλήθειας σου.»

Μιχ. «Νομίζω οι πιο μαγικές στιγμές στο θέατρο, είναι κάποια βράδια που συντονίζεται το σύμπαν, υπάρχει διάχυτη μία μυστήρια σιωπή, συνενοχή, μπουκώνει ο αέρας και νοιώθεις να ενώνεσαι με το κοινό. Ευτυχώς όμως που καμία βραδυά δεν είναι ίδια, ευτυχώς που υπάρχει το τυχαίο».

Πέρα από τον Σαίξπηρ, τι άλλο είναι επίκαιρο σήμερα;

Μιχ. «Επίκαιρη είναι η ποίηση. Η Δημουλά, ο Σεφέρης που μιλά για ψυχές ανθρώπων που πηγαίνουν σαν αποσκευές, ο Λειβαδίτης, η Λούλα Αναγνωστάκη και τόσοι άλλοι».

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την παράστασή σας performance; Aν ναι, σε τι βαθμό συμμετέχει το σώμα ως συντελεστής του έργου;

Βάσω «Θα μπορούσα να θεωρήσω το Τέλμα performance από την στιγμή που μιλάει για την ανθρώπινη κατάσταση και το εφήμερο. Προσωπικά διαχωρίζω το σωματικό θέατρο από την performance. Στο έργο μάλιστα, δεν δώσαμε οδηγίες για το πώς θα στηθούν τα σώματά μας. Τα σώματα αποκτούν μορφή βάσει του λόγου που εκφέρουμε και των συναισθημάτων που μας δημιουργεί. Όταν λέω τη φράση «κακός κόσμος», το χέρι μου έχω παρατηρήσει ότι ασυναίσθητα μαγκώνει και ανοίγει, τα πόδια μου, σιγά-σιγά κινούνται προς τα πίσω».

Μιχ. «Το ζήτημα για εμένα είναι το σώμα να είναι παρόν. Ακόμα και όταν απλά ακούει τους γύρω του, να είναι ελεύθερο να αντιδράσει/ εκφραστεί. Αυτό για εμένα είναι σωματική τέχνη».

Αφού λοιπόν το σώμα δεν είναι πρωταγωνιστής, ποιο είναι τελικά το κυρίαρχο στοιχείο στην παράσταση;

Μιχ. «Μάλλον πρωταγωνιστής είναι η εξομολόγηση και η επικοινωνία».

Βάσω «Το πράγμα είναι απλό. Δύο άνθρωποι βγαίνουν και μιλούν εναλλάξ. Με μία συνθήκη, το μικρόφωνο και το χώμα που πατούν. Τα υπόλοιπα απλά συμβαίνουν».

[Στην Βάσω] «Σε κάποια στιγμή της παράστασης διαβάζεις ένα γράμμα προς τον πατέρα σου, το οποίο έμαθα ότι πράγματι έχεις γράψει για εκείνον. Συνήθως οι εξομολογήσεις στη τέχνη γίνονται πίσω από προσωπεία. Δεν τρομάζεις να εκθέτεις ένα κομμάτι σου έτσι απροκάλυπτα στον κόσμο»;

Βάσω «Είναι ανάγκη μου να εκτεθώ στο κοινό. Δεν χρειάζομαι κάλυψη για να μοιραστώ την αλήθεια μου».

Δεν νοιώθεις ευάλωτη;

Βάσω «Ευάλωτη νοιώθω σε όλη μου την ζωή. Φοβάμαι ακόμα και την σκιά μου. Γι’ αυτό κάνω θέατρο. Κριτική σου ασκούν καθημερινά, για τον τρόπο που ζεις, που κινείσαι (…) η κριτική στο θέατρο είναι το λιγότερο. Επίσης πιστεύω ότι πολύς κόσμος θα ήθελε να έχει γράψει ένα τέτοιο γράμμα στον πατέρα του και δεν το έχει κάνει ποτέ. Χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς δραματοποίηση, απλά τους κλείνω το μάτι και τους λέω «άκου με, μπορεί και εσύ να θες να μιλήσεις σε κάποιον»!

Μιχ. «Είναι ευτυχία να μπορείς να εξομολογείσαι την εσωτερική σου ζωή. Δεν μπορεί να το κάνει ο καθένας. Τους ρόλους δεν μπορούμε να τους αποφύγουμε και εγώ καμώνομαι έναν επί σκηνής. Το ζήτημα είναι οι ρόλοι που αναλαμβάνεις στην ζωή να είναι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινείς γίνεται».

Βάσω «Το ζητούμενο είναι να σταματήσουμε να φανταζόμαστε, να υποθέτουμε πράγματα και να δούμε ποιος είναι αυτός που έχουμε απέναντί μας, να επικοινωνήσουμε αυθεντικά. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις των ανθρώπων που είναι αληθινοί στην καθημερινότητά τους. Φοβόμαστε να προχωρήσουμε παραπέρα, φοβόμαστε ο ένας τον άλλο. Αλλά όλοι είμαστε το ίδιο».

Τι είναι αυτό που σε απελευθερώνει και βοηθά να ανοιχτείς στους άλλους;

Βάσω «Παρατήρηση, πολλή παρατήρηση. Ο μόνος τρόπος να κατακτήσεις την αυτογνωσία».

Μιχ. «Η σοφία του καθενός προκύπτει διαφορετικά. Από την γνώση, το συναίσθημα, την σχέση με την φύση. Το ζήτημα είναι να είσαι ειλικρινής. Οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν τα αισθήματά τους και δημιουργούν καρκίνους, αποστήματα μέσα τους. Έχουμε γεμίσει νευρώσεις, εκκρεμότητες και ανασφάλειες επειδή αδυνατούμε να επικοινωνήσουμε, αυτό είναι το τέλμα της εποχής».

Ποιο είναι τελικά το τέλμα των ημερών και ποιες λύσεις προτείνετε;

Μιχ. «Το πρόβλημα είναι ότι η φαντασία μας δεν έχει ορατότητα, δεν έχουμε σημεία αναφοράς είμαστε μετέωροι, αποπροσανατολισμένοι. Δεν είναι πρόβλημα τα λεφτά, αλλά ο φόβος που επιμένει να μας κυριεύει. Λύση βρίσκει ο καθένας στον εαυτό του. Δεν έχει διδακτικό χαρακτήρα η παράσταση. Στην παράσταση δίνουμε κάποιες ενδεικτικές λύσεις στο τέλμα, μέσα από μια σκωπτική οπτική. Λέμε για παράδειγμα, «Λύση είναι ο πόλεμος, η επανάσταση!» Ή λέμε «Λύση είναι ο έρωτας!». Η θρησκεία και η οικογένεια είναι δεκανίκια που βοηθούν να υποστείς την κατάσταση; Οι λύσεις μας δεν είναι στην ουσία λύσεις. Όταν αραδιάζουμε ένα εγχειρίδιο με τρόπους αυτοκτονίας και στο τέλος λέμε «Η αυτοκτονία δεν είναι λύση», λες και είναι ειδοποίηση του υπουργείου υγείας σε κουτί τσιγάρων. Για κάποιον μπορεί πράγματι να είναι λύση ο θάνατος, δεν θα το κρίνω».

Βάσω «Είναι σαν το ανέκδοτο που πάει ένας στο περίπτερο, παίρνει ένα κουτί τσιγάρα και βλέπει επιγραφή “Το κάπνισμα καταστρέφει το σπέρμα” και λέει τότε στον περιπτερά «Πάρ’το αυτό από δω! Πιάσε μου ένα απ’ αυτά με τον καρκίνο του πνεύμονα!

Το τέλμα είναι οι ανθρώπινες λύσεις. Λύση δεν έχω άλλη από την παρατήρηση. Μέχρι να μπω στο τρελοκομείο. Μαζί με άλλους τιμημένους που κατέληξαν εκεί».

Είναι κοινή μοίρα των μεγάλων μυαλών το τρελοκομείο;

Βάσω «Για να επιβιώσεις την τρέλα πρέπει να αποδεχτείς τον εαυτό σου. Να μην διχάζεσαι. Πρέπει να έχεις ασφάλεια για να επιβιώσεις, και επειδή ο εαυτός μας η πρώτη και η τελευταία μας ασφάλεια, πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτόν.»

Σε κάποια στιγμή που η επανάσταση προτείνεται ως λύση στο τέλμα, ο Μιχάλης τραγουδά το “Να τα’νε το ‘21” του Κουγιουμτζή. Γιατί;

Μιχ. «Αν παρατηρήσεις στην ελληνική δισκογραφία είναι αστείος ο τρόπος που πολλά τραγούδια χρησιμοποιούν τον όρο επανάσταση. Μέχρι και η Γαρμπή λέει: “Εγώ θέλω επανάσταση, έχεις πονέσει την καρδιά μου και θα πάψει”». Συγκεκριμένο τραγούδι ωστόσο, έχει μία περίεργη ενέργεια. Επικοινωνεί με το 1821, το οποίο μπορεί μεν να το έχουμε συνδυάσει με σχολικές εορτές, αλλά με μία διαφορετική προσέγγιση μπορεί να αναδείξει το γεγονός της επανάστασης».

Το σκηνικό της παράστασης είναι ιδιαίτερα λιτό και τα μέσα που χρησιμοποιείτε πολύ περιορισμένα. Είναι αυτό το θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης;

Μιχ. Το σκηνικό της παράστασης δεν είναι έτσι λόγω κρίσης, αλλά επειδή εξυπηρετούσε την παράσταση. Λεφτά υπάρχουν, όπως έχει πει και ένας πρωθυπουργός.

Βάσω Έχω να δηλώσω σε αυτό το σημείο, ότι ο μπαμπάς μου, στον οποίο αναφέρεται και ένα κομμάτι της παράστασης, με πήγαινε στους πανηγυρισμούς για τον Ανδρέα, τον αείμνηστο, και έχω και ρολογάκι με τον πράσινο ήλιο του ΠΑΣΟΚ που ανατέλλει!»

Μιχ. Δύει βασικά..

Βάσω Όσο αφορά το θέατρο στα χρόνια της κρίσης έχω ακούσει πολλούς να λένε: «εδώ ο κόσμος καίγεται θα πάω εγώ να κάνω θέατρο»; Κατά τη γνώμη μου, τώρα υπάρχει ανάγκη να γίνεται θέατρο. Αυτή την εποχή της αλλαγής, που δεν μπορείς να κοιμηθείς και αναρωτιέσαι γιατί, τώρα είναι που πρέπει να εκφραζόμαστε και να μοιραζόμαστε σκέψεις.

Υπάρχει ένα ντοκουμέντο που αναφέρει ότι το 1970 είχε μπουκάρει η ασφάλεια της Χούντας στον χώρο που έκανε έκθεση performance η Μαρία Καραβέλα και κατέστρεψε ολοσχερώς τον χώρο. Πόσο επικίνδυνη είναι σήμερα η τέχνη για την εξουσία;

Μιχ. «Αν μπορείς να κάνεις πέντε ανθρώπους μέσα από μία παράσταση να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα πράγματα, φυσικά και καθίστασαι επικίνδυνος για την εξουσία. Όλα τα καθεστώτα θέλουν εφησυχασμένους πολίτες προκειμένου να ασκούν απρόσκοπτα εξουσία πάνω τους. Σκοπός της τέχνης είναι να ξυπνήσει τον κόσμο, να επικοινωνήσει την αλήθεια».

Ποια θεατρική παράσταση σας άλλαξε τη ζωή;

Βάσω «Μία παράσταση που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπω θέατρο ήταν το «Κουαρτέτο» του Μίλλερ σε σκηνοθεσία Μπομπ Ουίλσον με την Ιζαμπέλ Ιπέρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το κείμενο το λατρεύω, θα ήθελα να έχω γράψει αυτά τα λόγια, να έχω πει αυτά τα λόγια στον σύντροφό μου. Ζήλεψα.»

Μιχ. «Εμένα μου αρέσουν πολύ οι παραστάσεις του Βαρλικόφσκι του πολωνού. Πρόσφατα είδα το “(A)pollonia” και μου άρεσε πολύ.

Μένετε και εργάζεστε στην Αθήνα. Τι παραμένει όμορφο σε αυτή την πόλη;

Μαζί: «Η ακρόπολη.»

Βάσω «Μου αρέσει πολύ να την χαιρετάω από την ταράτσα του μαγαζιού που δουλεύω. Κάθε πρωί την χαιρετάω. Και η θάλασσα είναι όμορφη, την βλέπω από το σπίτι που μένω στον Καρέα.».

Μιχ. «Εγώ από το μπαλκόνι μου μόνο την κυρία Τούλα απέναντι βλέπω... Ωραία πάντως είναι και η Διονυσίου Αεροπαγήτου. Καλοκαίρι, να την περπατάς το βράδυ στις δύο και να ακούς τους πλανόδιους να παίζουν μουσική.

Μια απόδραση που επιτρέπετε στον εαυτό σας;

[Νευρικό γέλιο]

Μιχ. «Παναγιά μου, είμαστε εγκλωβισμένοι!»

Βάσω «Εγώ προσπαθώ να μην σκέφτομαι, μετράει; Απόδραση απ’ τις σκέψεις μου».

Πώς και δεν ανεβάσατε κωμωδία τελικά;

Βάσω «Το έχουμε σκεφτεί. Θέλουμε η επόμενη παράσταση να είναι τρελή κωμωδία!»

Μιχ. «Αν παρατήρησες και το έργο, ελλοχεύει πάντα ένα κωμικό στοιχείο. Εκτιμώ πολύ το χιούμορ ως χαρακτηριστικό και του δίνω μεγάλη αξία στην ζωή. Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι δεν γράφονται καλές κωμωδίες. Είναι δύσκολο βλέπεις. Μου αρέσουν πολύ να παίζουν στα όρια. Το κλάμα και η απελπισία του «Τέλμα» δεν απέχει πολύ από το ασυγκράτητο γέλιο. Η ενέργεια, η λειτουργία της αναπνοής είναι η ίδια».

Πόσο ψυχοφθόρο είναι να μπαίνεις και να βγαίνεις γρήγορα από μία φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση κατά τη διάρκεια της παράστασης;

Μιχ. «Η διαχείριση του συναισθήματος απορρέει από την εμπειρία σου στο σανίδι και την ψυχολογική σου κατάσταση. Σίγουρα είναι δύσκολο, δεν κλείνω όμως και ψυχολόγο μετά από κάθε παράσταση».

Μπορείς να το εφαρμόζεις αυτό και στην προσωπική σου ζωή;

Μιχ. «Μακάρι να μπορούσα, αλλά δεν είναι εύκολο. Θα αγνοούσα πολύ κόσμο και θα είχα την ηρεμία μου».

Στην αφίσα της παράστασης κρατάτε φωτογραφίες σας από παιδική ηλικία. Τι χαρακτηριστικά δικά σας αναγνωρίζετε πάνω στα μικρά αυτά παιδιά; Τι δεν έχει αλλοιώσει ο χρόνος;

Βάσω «Χαμένη μνήμη και λύτρωση. Το κοριτσάκι δεν το θυμόμουν, όμως το αναγνώρισα και του έδωσα δικαίωση και συγχώρεση. Τώρα πια μεγάλωσε, δεν είναι “το καλό μου”, γι’ αυτό λέω στην παράσταση “κακός κόσμος”, μιλάω και για εμένα.

Μιχ. «Εγώ δεν με αναγνωρίζω. Αντιμετωπίζω μεγάλο πρόβλημα να συναντηθώ με αυτό το πιτσιρίκι. Δεν έχω παιδική μνήμη μόνο θραύσματα. Γι αυτό και καμιά φορά κατά τη διάρκεια της παράστασης, ξεχνιέμαι και κοιτάζω έτσι επίμονα το καδράκι με τη φωτογραφία του πιτσιρικιού. Προσπαθώ να το καταλάβω, να με καταλάβω, να βρω τα κοινά μας στοιχεία.»

Τι σας γεμίζει αισιοδοξία;

Μιχ. «Μμμμμ [κάπως ειρωνικά και μετά σκάει στα γέλια]»

Βάσω «Μιλάς σε βαθειά καταθλιπτικούς ανθρώπους, πρέπει να προσέχεις [γέλια].»

Μιχ. «Τα παιδιά, τα πιτσιρίκια, είναι αυτά που με γεμίζουν αισιοδοξία. Τα σκυλιά επίσης. Α, και το φαΐ κάποιες φορές!»

Βάσω «Επειδή ως άνθρωπος έχω μεγάλες τρύπες μέσα μου, βαθιές, που με τα χρόνια τις αντιλαμβάνομαι και τις μπαλώνω, με γεμίζει αισιοδοξία όταν ο άνθρωπος που έχω δίπλα μου, [ο ερωτικός μου σύντροφος και οι φίλοι μου] με θέλουν κοντά τους. Με γεμίζει αισιοδοξία να βλέπω μάτια ανθρώπων που είναι κουταβίσια, αθώα, γεμάτα καλοσύνη».

 

BIOS Basement

28 Νοεμβρίου 2011 – 17 Ιανουαρίου 2012

 



back to main