Δέσποινα Μεϊμάρογλου: Ντροπή!
Μαρία Παππά

Η Δέσποινα Μεϊμάρογλου είναι μία σημαντική εικαστικός, με πλούσιο έργο που επηρεάζει άμεσα η πραγματικότητα. Το τελευταίο έργο της που έχει τίτλο «Ντροπή» εκτίθεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Αθήνας.

Φωτο: Manteau Stam.

Το έργο της Δέσποινας Μεϊμάρογλου είναι ένα από τα πιο πολιτικά που εκτίθενται στο 14ο Φεστιβάλ Διεθνές Κόμικς της Αθήνας. Ένα βίντεο-κολάζ που περιέχει αποσπάσματα από δελτία ειδήσεων και αποτελεί ένα καυστικό σχόλιο πάνω στην Ελληνική πραγματικότητα. Όταν την συναντάμε μια ήσυχη Τρίτη στο Κέντρο –που ολοένα και ερημώνει τις καθημερινές- λίγο πριν παραδώσει το έργο της στην έκθεση, μάς εξηγεί ποιοι ήταν οι λόγοι που το ονόμασε «Ντροπή». «Εδώ και αρκετό καιρό που συμβαίνουν όλα αυτά στην Ελλάδα, μόλις βγω από το σπίτι μου και αρχίσω και περπατάω στο δρόμο, η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό και παραμιλάω, είναι ‘ντροπή’. Θα ήθελα να μπορούσα να τη γράψω με πελώρια γράμματα νέον πάνω στο Λυκαβηττό, όπως είναι το γραμμένο το Χόλιγουντ. Ένα ‘ντροπή’ χωρίς καμία επεξήγηση, για να ντρέπεται ο καθένας για ό,τι νομίζει ότι πρέπει. Το σκεφτόμουν συνέχεια και στο τέλος έφτιαξα ένα βίντεο με τη λέξη αυτή. Τις λέξεις τις βλέπω και σαν εικόνες και πολλές φορές στα έργα μου μεταχειρίζομαι λέξεις που μπορούν να έχουν και μια εικαστική πλευρά. Η δουλειά μου χαρακτηρίζεται για το κοινωνικό-πολιτικό της στοιχείο και πάντοτε λέω ότι αυτό που κάνω είναι να διηγούμαι ιστορίες. Θέλω να μιλήσω για αυτά που βλέπω, αυτά που αισθάνομαι ή αυτά που με στεναχωρούν καθημερινά».

Η Δέσποινα Μεϊμάρογλου γεννήθηκε στην  Αλεξάνδρεια, τα χρόνια που η Αίγυπτος ήταν εξωτική και κοσμοπολίτικη. «Τα παιδιά εκείνη την εποχή», μας λέει, «μάθαιναν 4 γλώσσες χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, επειδή το περιβάλλον τους ήταν πολυπολιτισμικό. Μας εξηγεί πώς μιλάει τόσες γλώσσες -ανάμεσα τους και αραβικά- αλλά και το ενδιαφέρον της για μια πιο διεθνή και πιο πολιτική γλώσσα μέσα στα έργα της, καθώς εξελίσσεται η πορεία της ως καλλιτέχνης.

«Ήμασταν παλιοί Αλεξανδρινοί. Ο πατέρας μου έφτασε από τη Σμύρνη το ’21, ένα χρόνο πριν από την καταστροφή, με τους γονείς του. Ήταν 18 χρονών τότε. Είχε μια αδερφή που ήταν ήδη παντρεμένη και είχε μετακομίσει με την οικογένεια της εκεί και έτσι σώθηκαν. Οι γονείς της μητέρας μου ήταν και αυτοί Μικρασιάτες, αλλά ήταν στην Αίγυπτο από τις αρχές του αιώνα. Στην Αίγυπτο είχε πάρα πολλούς Έλληνες. Επειδή ο πατέρας μου εργαζόταν στα βαμβάκια, ζούσαμε στην Άνω Αίγυπτο. Τότε τα βαμβάκια ήταν μια από τις κύριες παραγωγές της χώρας. Η άνω Αίγυπτος είναι αντίθετα από ότι ακούγεται, κάτω στο Νείλο. Ζούσαμε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη πάνω στον ποταμό που λεγόταν Μίνια και από εκεί είναι όλες οι αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Αυτή η πόλη είχε ελληνικό δημοτικό, αλλά δεν είχε γυμνάσιο και έτσι με έστειλαν οικότροφη στην Αλεξάνδρεια. Μετά, όταν τελείωσα, με έστειλαν στην Αγγλία, αλλά ώσπου να γίνουν όλα αυτά χάλασε η Αίγυπτος για τους Ευρωπαίους και το 1967 εν πλήρη δικτατορία φτάσαμε στην Αθήνα. Εγώ είχα έρθει εδώ το ’66 πριν τους γονείς μου και θυμάμαι την 21η Απριλίου. Δούλευα τότε. Όταν τελείωσα τις σπουδές μου στην Καλών Τεχνών στην Αγγλία, ήρθα με ένα μεγάλο ντοσιέ για να γίνω ζωγράφος, αλλά έπρεπε να βρω μια πιο πρακτική δουλειά, για να βοηθήσω την οικογένειά μου που ερχόταν από την Αίγυπτο. Έτσι μπήκα στη διαφήμιση και δούλεψα για 10 χρόνια. Προχώρησα σε αυτόν τον τομέα, αλλά με θυμάμαι να είμαι πάντα θυμωμένη με τον εαυτό μου, επειδή σκεφτόμουν ‘αυτό ήθελα να γίνω στη ζωή μου δηλ. γραφίστας’; Τώρα όμως που μεγάλωσα, αυτό που συνειδητοποίησα -και το λέω στους νέους όταν μιλάω σε κάποιο πανεπιστήμιο- είναι ότι τίποτα δεν πάει χαμένο. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι η δουλειά μου δεν θα είχε πάρει αυτή την τροπή, εάν δεν είχα αυτά τα 10 χρόνια εμπειρίας στη διαφήμιση. Ενσυνείδητα κατά κάποιο τρόπο άρχισα να μιμούμαι τα ΜΜΕ, όπως μας παρουσιάζουν κάτι χωρίς να ξέρουμε αν είναι η αλήθεια ή απλά αυτό που επιλέγουν να μας πουν. Έτσι στη δουλειά μου επιλέγω πράγματα που θέλω να πω. Ποτέ δεν ζωγραφίζω με πινέλο. Στην αρχή, όταν ήμουν πολύ νέα από τη σχολή ακόμη, είχα μανία με το τυπογραφείο, με τις λέξεις, τα γράμματα και τη χαρακτική και έκανα ξυλογραφίες. Μιλάμε τώρα για τη δεκαετία του ’60 και με ενδιέφερε τότε ότι ήταν κάτι που ήταν φτηνό, το τυπώνεις και το μοιράζεις.

Τα θέματα που με ενδιαφέρουν είναι κυρίως ανθρωποκεντρικά. Έχουν να κάνουν με τους ανθρώπους γύρω μου και με αυτά που περνάνε, με όλα αυτά τα προβλήματα που έχουν οξυνθεί και που ο κόσμος είναι εναντίον των μεταναστών. Ξεχνάνε οι Έλληνες την ιστορία τους και ξεχνάνε πόσο φτωχοί ήταν όταν πρωτο-έφυγαν από εδώ ξυπόλυτοι και πήγαν αλλού και έκαναν τη ζωή τους και τώρα τους μυρίζουν οι ξένοι. Είναι φοβερό αυτό που συμβαίνει τελευταία, σαν να μην έχουμε ιστορία. Αυτό που μου κάνει πάντα εντύπωση είναι η έλλειψη της μνήμης σε αυτό τον τόπο. Πώς ξεχνάμε έτσι γρήγορα; Βλέπω σε άλλα μέρη πως δεν γίνεται αυτό. Οι ιστορίες που με απασχολούν συνήθως καταλήγουν ως σειρές, είναι αυτό που λέμε στα αγγλικά ongoing. Δεν είναι κάτι που γίνεται ξαφνικά και τέλειωσε. Τρέχουν και επανέρχονται. Για αρκετά χρόνια, πάνω από 4, είχα μπει σε μια ιστορία που είχε να κάνει με τη Βόρειο Ιρλανδία επειδή από τα νιάτα μου, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, είχα μανία με την συγκεκριμένη χώρα και το θέμα που έχουν εναντίον της Βρετανίας. Είχα φίλους πολλούς Ιρλανδούς, διάβαζα και αρκετά. Ξαφνικά έτυχε μπροστά μου μια ιστορία για ένα κοριτσάκι το 1971 που ήταν 14 χρόνων μαθήτρια στο Derry. Όταν πήγα σε αυτή την ιστορική πόλη, αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι παρόλο που προσπαθούσαν να ξεχάσουν αυτό που τους χώριζε –τις διαφορές των προτεσταντών με τους καθολικούς– έως σήμερα υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλό τους. Σε ένα κεντρικό σημείο της πόλης, εκεί που γίνονταν όλες οι ταραχές, έχουν κάνει σε κτίρια τεράστιες τοιχογραφίες-φόρο τιμής στους ήρωες τους. Πάνε στις δουλειές τους το πρωί, τις βλέπουν και θυμούνται την ιστορία τους. Πάνε σε μια παμπ να πιουν μπύρες και στους τοίχους έχουν φωτογραφίες από τα Troubles. Εδώ σβήνονται όλα, διδακτορίες, τα πάντα. Οι παρελάσεις γίνονται με λάθος νόημα. Μου αρέσει να βλέπω συνέχεια τις ειδήσεις και να μαθαίνω τι γίνεται στον κόσμο. Έχω αυτή τη λόξα. Συχνά μου λένε, ‘γι’ αυτό σε πιάνει η ψυχή σου συνέχεια και κάνεις αυτά που κάνεις’. Και εγώ απαντώ ότι και να μην βλέπω ειδήσεις, αν ανοίξω την πόρτα και βγω στο δρόμο, αυτά βλέπω μπροστά μου. Βλέπω πολλούς ανθρώπους οι οποίοι αποφεύγουν ορισμένες περιοχές του κέντρου επειδή δεν θέλουν να βλέπουν τι γίνεται. Δεν έχουν καμία επαφή με αυτά που συμβαίνουν. Είναι μια εποχή που όλοι θα έπρεπε να ντρεπόμαστε. Θα ντρεπόμουν αυτή την εποχή να κυκλοφορώ π.χ. με ένα ακριβό αυτοκίνητο. Πού πας όταν ο άλλος δεν έχει να φάει;

Και γι’ αυτό το λόγο, επειδή με ενδιαφέρουν όλα αυτά, κι επειδή ταξιδεύω πάρα πολύ, αυτό είναι ένα πράγμα που είμαι εγώ, με αντιπροσωπεύει, δεν αισθάνομαι ότι ανήκω κάπου. Γι’ αυτό είμαι ανοιχτή και μπορεί σήμερα να είμαι εδώ και εξίσου καλά να σηκωθώ να πάω στην Αμερική, να τριγυρίζω από εδώ κι από κει και έτσι γνωρίζω διάφορους ανθρώπους. Όταν γνωρίζεις ανθρώπους, ακούς τις ιστορίες τους. Και όταν ακούς τις ιστορίες τους αρχίζει να σε ενδιαφέρει αυτό που λέμε ‘η κοινωνία’. Δεν λέω πολιτική, δεν θέλω να γίνω πολιτικός. Με καμία κυβέρνηση. Σε ενδιαφέρουν αυτά που παθαίνουν οι άνθρωποι, τα προβλήματά τους. Τώρα ας πούμε, εδώ και αρκετό καιρό, επειδή με ενδιαφέρει αυτό το πράγμα που συμβαίνει γύρω μου και θέλω να βοηθήσω αν μπορώ, όταν μπορώ, κάποιους ανθρώπους, σκέφτηκα να κάνω μια αίτηση για να πάω εθελοντικά σε μια φυλακή νέων ανδρών. Και πάω μια φορά την εβδομάδα ανελλιπώς. Κάθε Τετάρτη είμαι εκεί. Είναι ένα πράγμα το οποίο με γεμίζει πραγματικά. Έχω μια ομάδα 8 ατόμων (τόσοι είναι το όριο. Δεν μπορούσα να έχω περισσότερα από 8 για να μπορώ να τους φέρνω βόλτα, υποτίθεται, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί τους, απολύτως κανένα). Είναι παιδιά από την Αλγερία, το Μαρόκο, τη Νιγηρία, την Αλβανία, το Αφγανιστάν. Τα παιδιά αυτά είναι μεταξύ18 και 23 χρονών. Με ρωτήσανε, ‘Εσείς τώρα δε φοβάστε; Τι δουλειά έχετε στη φυλακή;’ Όχι, δεν το είδα έτσι εγώ καθόλου, τι να φοβάμαι; Τα παιδιά έχουν κάνει παραπτώματα για να είναι στη φυλακή, αλλά εγώ βρήκα άτομα τα οποία διψάνε για επικοινωνία. Δεν είναι ζωγράφοι, πήγα όμως και τους πήρα διάφορα πράγματα για να σχεδιάσουν και τελικά τα περισσότερα απαγορευόντουσαν. Απαγορεύεται το ένα, απαγορεύεται το άλλο. Απαγορεύονται π.χ. οι μαρκαδόροι. Την ξύστρα πρέπει να την έχω στην τσάντα μου και να τους ξύνω τα μολύβια. Επιτρέπονται μόνο χρωματιστά μολύβια και παστέλ. Τους έδωσα από ένα μπλοκ στον καθένα. Από το Αφγανιστάν είχα δύο παιδιά τα οποία ήταν πάρα πολύ ταλαντούχα. Δυστυχώς ο ένας έφυγε, τον πήγαν σε άλλη φυλακή. Ο άλλος που έμεινε εκεί, δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ταλέντο έχει, γραφίστας τρομερός. Και αυτό με συγκινεί. Μιλάει αγγλικά απίθανα και γράφει ακόμη και ποιήματα στα αγγλικά. Τον ρώτησα πού έμαθε τόσο καλά αγγλικά και μου λέει, «Είμαι Αφγανός αλλά στην Περσία πήγαινα σε αγγλικό σχολείο». Σκέψου τώρα, αυτά τα παιδάκια, πώς βρέθηκαν από τόσο μακριά μέσα σε μία ελληνική φυλακή.

Άλλος ένας από την ομάδα μου -που είναι μισός Άραβας και μισός Μαροκινός- μού είπε ότι ήταν στη Γαλλία γεννημένος και μεγαλωμένος, στη Λυών, με μητέρα από την Τσεχία. ‘Τον πατέρα μου’, μού είπε, ‘ούτε τον είδαμε ποτέ ούτε τον ξέρω. Η μάνα μου μας παράτησε κι εμένα και την αδερφή μου και πήγε στην Τσεχία’. Και αποφάσισαν κάποια στιγμή να πάνε στην Τσεχία να την βρουν, δηλαδή στο πουθενά. Δεν ξέρω τώρα αυτά αν είναι αλήθεια, αλλά τον ρώτησα ‘και ήξερες πού μένει η μάνα σου;’, ‘Όχι, δεν ήξερα!’. Δεν την βρήκαν ποτέ, και κατέληξε στη Ρόδο μέσω Τουρκίας, ‘Και τώρα γιατί είσαι εδώ μέσα;’ Μού λέει, ‘Έκλεψα ένα ρολόι από μια τσάντα στην πλαζ’.

Ο σκοπός μου είναι, να μπορέσω κάποια στιγμή με το υλικό, και με την άδεια των υπευθύνων της φυλακής, να κάνω ένα βιβλίο. Αν βρω έναν τρόπο να το εκδώσω αυτό το βιβλίο κάπου, να το πληρώσει κάποιος, τα λεφτά όλα αυτά θα μπουν για το ταμείο της φυλακής. Δεν ξέρω πόσο θα κοστίσει, όχι πολλά. Ο τίτλος που έχω εγώ στο μυαλό μου είναι ‘Κάλυκες Μνήμης’. Για μένα οι κάλυκες μνήμης είναι τα σώματα, τα ανθρώπινα, τι κουβαλάει ο καθένας μας μέσα του. Οι σφαίρες είναι η μνήμη, όλα αυτά που θυμόμαστε από τις παιδικές μας ηλικίες. Η συγκεκριμένη φυλακή έχει γυναίκα διευθύντρια, μια εξαιρετική γυναίκα. Δεν το περίμενα, επειδή δεν είχα ποτέ επαφή με φυλακές, αλλά αυτή η γυναίκα μου έχει κάνει εντύπωση. Είναι μια απίθανη γυναίκα αυτή η κυρία και θέλει να κάνει πράγματα γι’ αυτά τα παιδιά.

Μερικοί θα είναι μέσα για πάρα πολλά χρόνια. Μου λέει κάποια στιγμή ένας νεαρός ‘Κυρία, ξέρεις πόσα χρόνια μου έχουν βάλει;’ Λέω ‘πόσα;’, λέει 25! Όλοι δεν κάνουμε λάθη; Μερικοί κάνουν χειρότερα΄, αλλά πάντως όλοι κάνουμε λάθη. Και μερικές φορές κάποιοι μετανοούμε γι’αυτά που κάναμε. Και ξέρεις ποιο είναι το κακό με μένα; Ότι εγώ τώρα θα γίνω 21. Και ακόμα δεν έχω ζήσει τα 25 χρόνια για να ξέρω πώς είναι το 25’». 

14ο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Αθήνας, "Αντοχή Υλικών", μέχρι τις 11 Νοεμβρίου, Διπλάρειος Σχολή
Πλατεία Θεάτρου 3, Ψυρρή, Μετρό: Μοναστηράκι & Ομόνοια



back to main