Πόρνη Αισθητική
Διονύσης Ανεμογιάννης

Εξομολογήσεις του Γιάννη Χρήστου, σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο Γιάννης Χρήστου (1926-1970) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους avant-garde έλληνες συνθέτες του προηγούμενου αιώνα. Η εξαιρετική μουσική του παιδεία δεν κατάφερε να τον παγιδεύσει στην αναπαραγωγή κλασσικών φορμών και αυτoύ που συνήθιζε να αποκαλεί ‘πόρνη αισθητική’, αλλά του έδωσε τα εφόδια για να ξεπεράσει την συμβατική δημιουργία και να δομήσει ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικο-φιλοσοφικό σύμπαν, ένα έργο ‘μουσικού σουρεαλισμού’ πρωτόγονης ενέργειας. Η μουσική ιδιοφυία του Χρήστου, εξίσωσε την μουσική με την ‘μετάπραξη’ ,την υπέρβαση δηλαδή της κοινής λογικής και την ανάδευση των τεχνών μεταξύ τους προκειμένου να βγει ένα νέο είδος δημιουργίας. Ο Χρήστου  πρώτος έβαλε την ορχήστρα να σηκώνεται από την θέση της, να φτιάχνει μικρές χορογραφίες ή να ουρλιάζει. Ανέθεσε σε μη-μουσικούς τον ρόλο του πιανίστα ενώ κατασκεύασε μια δική του σημειογραφία ώστε να καλύπτει σαν παρτιτούρα, το σύστημα της μουσικής performance που περιελάμβανε κάθε έργο του. Η ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ ‘Anaparastasis’ για την ζωή και το έργο του Γιάννη Χρήστου επανέφερε τον διάλογο για το πρόσωπό του στο προσκήνιο.

Λίγο πριν την προβολή του «Anaparastasis» στο μέγαρο μουσικής (20 Οκτωβρίου), ο σκηνοθέτης του Κωστής Ζουλιάτης, απάντησε τις ερωτήσεις μας.

Πότε γεννήθηκε το ενδιαφέρον σου για τον Γιάννη Χρήστου; Πότε τον ανακάλυψες;

1998, πρώτη επαφή με το έργο του μέσα από το υποχρεωτικό μάθημα της χορωδίας, στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ήταν η «Λατινική Λειτουργία» –έργο περίεργο για τις γνώσεις ενός πρωτοετή φοιτητή και δύσκολο για την ετοιμότητα ενός μη χορωδού. Λίγα χρόνια μετά, ήταν οι «Πύρινες Γλώσσες» και η ζωντανή εμπειρία του Ηρωδείου. Τα ίδια τα έργα με συνάρπασαν -όπως και πολλούς από τους μουσικούς που συμμετείχαν- σε βαθμό να απαιτείται μια σπουδή στο δημιουργικό και φιλοσοφικό σύμπαν του συνθέτη, προκειμένου να κατανοήσω την ουσία τους και να αφουγκραστώ τις ανάγκες τους. Ακολούθησε η απόφαση για συγκεκριμένη έρευνα, στα πλαίσια της πτυχιακής εργασίας μου.

Πόσο διήρκησε η έρευνα για το ντοκιμαντέρ; Τι δυσκολίες συνάντησες;

Ξεκίνησα το 2002 και επίσημα μπορώ να πω ότι η έρευνα δεν έχει τελειώσει –άλλωστε συνεχίζεται με μια διδακτορική διατριβή- αλλά και εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ, να μου αποκαλύπτει συνέχεια πληροφορίες και έμπνευση. Οι δυσκολίες είναι αυτές που γενικά ενυπάρχουν σε κάθε έρευνα, ειδικά όταν αυτή έχει ως αντικείμενο κάτι απομακρυσμένο χρονικά αλλά και εν μέρει κρυμμένο στην επικαιρική λήθη. Στην περίπτωση του Χρήστου, αυτό το απόκρυφο ήταν και προφυλαγμένο, και με τη βοήθεια των ανθρώπων –από την κόρη του, Σάντρα Χρήστου, που γενναιόδωρα στήριξε την πρόσβασή μας στο αρχείο του μέχρι τους κοντινούς του συνεργάτες και μουσικούς που απλόχερα και εγκάρδια μας χάρισαν κάτι από την ψυχή τους και την αλήθεια τους- όλη αυτή η ιστορία άρχισε να ξεκλειδώνει, να αποκρυπτογραφείται και να έρχεται στο φως. Μιλώντας για τεχνικές δυσκολίες και άλλες αβαρίες, θα μπορούσα να γράψω ένα βιβλίο...

Με την μελέτη σου, ως ντοκιουμενταρίστας, στην ζωή του Γιάννη Χρήστου, βρίσκεσαι πάντα ένα βήμα πίσω από τον μεγάλο καλλιτέχνη καθώς αυτός βγαίνει στο προσκήνιο. Πώς βιώνεις αυτή τη θέση, όντας εσύ ο ίδιος δημιουργός;

Δεν ξέρω αν είναι έτσι ακριβώς. Ως δημιουργός ντοκιμαντέρ δεν ταυτίζεσαι με τον ιστοριογράφο, παρ’ότι αν θες να είσαι έγκυρος οφείλεις να ακολουθήσεις πάνω κάτω την ίδια μεθοδολογία. Στην περίπτωση μιας ταινίας, αφού συγκεντρώσεις όλα τα τεκμήρια μιας πεπερασμένης αλήθειας, αφού φιλτράρεις τις πληροφορίες, αφού κατασταλάξεις μέσα σου πάνω σε μερικές βασικές αρχές και κάποια πρώτα συμπεράσματα που κατευθύνουν τη σύνθεση του υλικού σου, στο τέλος έχεις να αφηγηθείς μια ιστορία. Και η αφήγηση είναι πάντα ένα νέο έργο –πόσο μάλλον όταν έχεις αφήσει τον υποκειμενισμό στη ματιά σου να προσθέτει στον θεατή σημεία ανάγνωσης και προτάσεις στην οπτική. Και η αφήγηση πλέον ακολουθεί τις ίδιες αρχές και κανόνες που θέτει και το σινεμά μυθοπλασίας. Γιατί ακριβώς αυτό κάνεις: σινεμά και μυθοπλασία -πλάθεις ένα μύθο, πραγματικό ή φανταστικό. Στην περίπτωση του ντοκιμαντέρ, αναπλάθεις τον μύθο.

Ως δημιουργός στη μουσική, έχω ένα μεγάλο εφόδιο να εισχωρήσω σε περιοχές ίσως δύσβατες για το αυστηρά κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Στην περίπτωση όμως που πιάνεις τον εαυτό σου να έχει κατανοήσει κάτι και να μπορεί να το περιγράψει, δεν είσαι ένα βήμα πίσω αλλά στέκεσαι δίπλα και ισότιμα, ακόμα κι αν αυτό τώρα μπορεί να ακούγεται κάπως ιερόσυλο.

Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ δημιουργείται η εντύπωση ότι στην ταινία αναφέρονται ελάχιστα πράγματα σχετικά με την προσωπική ζωή του Χρήστου. Αντίθετα η αναφορά στο καλλιτεχνικό του έργο είναι εκτενής και αναλυτική. Ήταν κάτι  που έγινε σκόπιμα;

Ο Χρήστου είναι μια ξεκάθαρη περίπτωση ολιστικού δημιουργού, που όχι μόνο αποπειράται γενναιόδωρα να συνενώσει τις τέχνες –και εν πολλοίς να ξεπεράσει τις επιμέρους εκφάνσεις τους- αλλά και να ταυτίσει την καλλιτεχνική πράξη του με μια στάση ζωής, κάτι που απαντάται κυρίως σε πρότυπα του αρχαίου κόσμου. Υπό αυτή την έννοια, το έργο του γίνεται η ίδια η ζωή του, η αγωνία του. Από μια άλλη πλευρά, μπορείς να πεις ότι είναι ήδη τόσο δραματική αυτή η μυθολογία, καθώς και η μουσική που τη συνοδεύει, που οι μικρές λεπτομέρειες μιας απόμακρης για εμάς καθημερινότητας είτε προσθέτουν ακόμα μεγαλύτερη φόρτιση στο σκηνικό είτε πιθανώς και να δυσκολεύουν με διακλαδώσεις την αφήγηση που αισθάνομαι ότι έχουμε ανάγκη σήμερα. Κι αυτή αφορά το έργο που ο Χρήστου άφησε πίσω του και προσεγγίζοντάς το εμείς μπορούμε να μεγαλώνουμε και να μαθαίνουμε κάτι για τον κόσμο και τον εαυτό μας. Με αυτή την έννοια, το έργο του είναι αυτό που μπορεί, και έχει ουσιαστικό νόημα, να μας ενδιαφέρει σήμερα.

Αναφέρεις στο Anaparastasis ότι το κοινό πολλές φορές λιποθυμούσε κατά την διάρκεια των κονσέρτων του Χρήστου από το σοκ. Σήμερα ,άραγε, σοκαριζόμαστε τόσο εύκολα και ποια είναι η αντίδραση του κοινού όταν παίζονται έργα του Χρήστου;

Το κοινό στις συναυλίες του δεν έμενε ποτέ αδιάφορο. Παραληρούσε, σοκαριζόταν, ταυτιζόταν, αποδοκίμαζε, ενοχλούταν, υπερέβαλλε, ζητωκραύγαζε, λιποθυμούσε, γελούσε, κλονιζόταν, συγκλονιζόταν. Δεν ήταν μόνο κάτι το καινούριο για τις συνήθειες της εποχής –ακόμα και της avant-garde- ήταν κάτι το απόκοσμα διαφορετικό, αυτό που θα λέγαμε «από άλλο πλανήτη». Ήταν πέρα από μια καλή ή κακή συναυλία, από την πρόσληψη ενός ωραίου έργου. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα. Όταν τα έργα αυτά εκτελούνται με τη δύναμη και την ετοιμότητα που έχει απαιτήσει ο δημιουργός τους, γίνεσαι μάρτυρας αντιδράσεων ασυνήθιστων για μια καλλιτεχνική εκδήλωση. Γιατί ακριβώς ο χαρακτήρας αυτών των έργων ξεπερνά τους στόχους μιας καλλιτεχνικής εκδήλωσης. Δεν είναι ακριβώς σοκ με την έννοια του πρωτόγνωρου, αλλά με την έννοια της αποκάλυψης –αποκάλυψης αισθημάτων και συναισθημάτων που κατοικούν βαθιά σε κάθε άνθρωπο.

Πώς η δημιουργία του Χρήστου συνδέθηκε με την ταραγμένη δεκαετία του ’60;  Τι θα άλλαζε στις συνθέσεις του Χρήστου αν βίωνε την Ελλάδα του 2012;

Η ίδια η δημιουργία του Χρήστου στη δεκαετία αυτή δεν γίνεται να είναι πιο ταραγμένη. Η «Τοκάτα για πιάνο και ορχήστρα» και τα “Patterns & Permutations” του 1962 είναι δύο σχεδόν βίαια έργα. Η «Εναντιοδρομία» αναπαράγει μια υπερβολική ταραχή γεμάτη εκρήξεις, βασιζόμενη στη σύγκρουση των αντιθέτων. Οι δύο «Αναπαραστάσεις» υποβάλλουν τους συμμετέχοντες σε ένα μαρτύριο, σε μια συναισθηματική ταραχή. Ο «Επίκυκλος» -ένα πολύτεχνο happening περισσότερο παρά έργο- το Δεκέμβρη του ’68 στην ανελεύθερη Αθήνα, ανακαλεί ευθέως εικόνες που αποτελούν το ψηφιδωτό της εποχής: στρατιωτικά καθεστώτα, μαζικοί τάφοι, επιστημονικά πειράματα, ανατροπές, επαναστάσεις, δολοφονίες, συνθήκες καταπίεσης, μαζί με ποδόσφαιρο, εμπορικό κινηματογράφο και συρτάκι. Αυτό όμως δεν απηχούσε μόνο το συγχρονισμό του δημιουργού με την εποχή του, αλλά την ανάγνωσή του πάνω στην Ιστορία του ανθρώπου ως ένα σύνολο καταστάσεων που -είτε με άλλη μορφή είτε αναλλοίωτα- έρχονται από το βαθύ παρελθόν του και προεκτείνονται –επίσης με διάφορες μορφές- στο μέλλον του. Δεν μπορώ να γνωρίζω που θα είχε φτάσει την τέχνη του σήμερα –και ίσως είναι λίγο αυθαίρετο να το εικάσουμε- αλλά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το υπ’αριθμόν ένα αντικείμενο της αγωνίας του θα ήταν ο άνθρωπος και η εμπειρία του, κάτω από όλες τις συνθήκες που τον δυναμώνουν και τον περιορίζουν.

Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση που έχεις από την διάρκεια της έρευνας/ των γυρισμάτων;

Καμένοι σκληροί δίσκοι, ανεξήγητες βλάβες στον εξοπλισμό και τεχνικοί στα σέρβις να σηκώνουν ψηλά τα χέρια,  άπειρες φωτοτυπίες και σημειώσεις, ψάξιμο πίσω από κάθε πληροφορία, ένα σενάριο που συνέχεια άλλαζε μορφή, μοντάζ, ξανά μοντάζ, κι άλλο μοντάζ, αγάπη στο μοντάζ, ξύλο στο μοντάζ. Αλλά και  πραγματικές επαφές με γενναιόδωρους ανθρώπους όπως η Σάντρα Χρήστου, η Νέλλη κι ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο, ο Rupert Huber, ο Σπύρος Σακκάς, ο Ανδρέας Ροδουσάκης και τόσοι άλλοι, πίσω ή μπροστά από το φακό. Και η αφοσίωση των φίλων που δούλεψαν με αγάπη και θυσία γι’αυτό.

Τώρα που η ταινία τελείωσε και μπορείς να αποστασιοποιηθείς από τα συμβάντα, πόσο σε άλλαξε η επαφή με τον Χρήστου;

Όλες οι επαφές που δοκιμάζονται στο χρόνο και απαιτούν μια τέτοια αφοσίωση, δεν γίνεται παρά να σε στιγματίσουν –και όχι μονοσήμαντα και μονόπλευρα. Δεν είναι όμως μόνο ο Χρήστου και το έργο του που έχουν ασκήσει επίδραση. Είναι η ίδια η διαδικασία της έρευνας που σε θέλει πάντα έτοιμο και ανοιχτό και σου διδάσκει με τον πιο άμεσο τρόπο ότι η αλήθεια δεν είναι ένα μέγεθος που συνθέτεις ερήμην της πραγματικότητας, αλλά μόνο αν αφουγκραστείς την συνολικότητά της και βιώνοντας ταπεινά ανάμεσα σε πολλούς, τις διαφορετικές αλήθειες, τις άλλες εκδοχές, τις διάφορες στάσεις και, κυρίως, αυτό που φαίνεται ακατανόητο. Ακόμα περισσότερο, η φιλοσοφία και η πράξη του Χρήστου δεν σε εμπνέει μόνο να προσεγγίσεις το ακατανόητο, αλλά και να το δεχθείς, χωρίς απαραίτητα να πρέπει να το εξηγήσεις. Ίσως ακούγεται λίγο θρησκευτικό, αλλά για μένα που δεν έχω επαφή με τη θρησκεία, το αισθάνομαι σαν έναν πλέον ανθρώπινο τρόπο να κατακτήσεις  αυτή τη δυνατότητα -ακριβώς γιατί είναι προϊόν ανθρώπινης δημιουργίας και όχι κατευθυνόμενου δόγματος.

Έχοντας ως σημείο αναφοράς έναν τόσο ιδιαίτερο καλλιτέχνη δεν μπορώ να μην ρωτήσω: Ποιο είναι το πιο ακραίο πράγμα που έχεις κάνει γι’ αυτό που αποκαλείς τέχνη;

Το ότι επιμένω να δημιουργώ εδώ είναι ίσως μια από τις πλέον ακραίες εμμονές μου -μάλιστα, κάνοντας πάντα του κεφαλιού μου, πράγματα που μ’αρέσουν και με τον τρόπο που τα φαντάζομαι. Το ντοκιμαντέρ –συγκεκριμένα το αυτοχρηματοδοτούμενο- για ξεχασμένα από την ιστορική επικαιρότητα θέματα, είναι επίσης μια ακραία επιλογή. Και δεν το λέω επηρμένα αυτό, το αντίθετο. Οι δημιουργοί  πάντα αντιλαμβάνονται την πράξη τους ως κάτι φυσιολογικό, ως κάτι αναγκαίο, κάτι επιτακτικό. Το τι είναι άκρο και όριο και τι είναι νορμάλ, το καθορίζει η συνήθεια του κοινού –αλλά και πάλι δεν επηρεάζει την ίδια την πράξη, αλλά το χαρακτηρισμό της. Ακραία μπορεί να είναι η ίδια η φύση της τέχνης, κυρίως εκείνη που επεξεργάζεται όρια και υπερβάσεις.

Για ποια εν ζωή προσωπικότητα θα ενδιαφερόσουν να φτιάξεις ένα ντοκιμαντέρ στο μέλλον;

Για τον Όλοφ Μέλμπεργκ και τον Μιχάλη Ρακιντζή.



back to main