Ωδή σε μια κενή πινακίδα
M.Hulot

Πριν από δύο χρόνια με το Casus Belli ο Γιώργος Ζώης ταξίδεψε σε περισσότερα από 40 διεθνή φεστιβάλ  και κέρδισε ένα σωρό βραβεία. Η νέα του μικρού μήκους ταινία «Τίτλοι Τέλους» βραβεύτηκε πρόσφατα στη Βενετία και ετοιμάζεται για ένα παρόμοιο μεγάλο ταξίδι.

Η ιδέα για μία ταινία για τις πινακίδες γεννήθηκε πριν από ένα χρόνο περίπου, όταν ταξίδευα με τη μικρού μήκους ταινία μου, το Casus Belli. Ταξίδευα κάθε μήνα και κάθε φορά που επέστρεφα στην Ελλάδα και προσγειωνόταν το αεροπλάνο, η πρώτη εικόνα που έβλεπα ήταν οι άδειες διαφημιστικές πινακίδες. Αυτές με υποδέχονταν. Οδηγώντας στην Αττική οδό, από το αεροδρόμιο μέχρι το κέντρο της πρωτεύουσας, έβλεπα τα άδεια, τα κενά κάδρα. Αυτή ήταν κάθε φορά για μένα μία εικόνα που με δεν έλεγε να με αφήσει. Κι αυτό μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρον, πώς ένα τέτοιο τρομακτικά ψυχρό, αποστασιοποιημένο άδειο κάδρο με χτύπαγε συναισθηματικά. Σε αυτό τον δρόμο της επιστροφής ξεκινήσαμε μαζί με την Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και συζητάγαμε πάνω στις πινακίδες. Αυτή ήταν που εστίασε την προσοχή μου πάνω τους και στοιχιωθήκαμε από τους εγκεφαλικούς σεινειρμούς που μας προκαλούσαν. Οπότε, θεωρήσαμε ότι άξιζε τον κόπο να κινηματογραφηθούν και ξεκίνησα να το κάνω, χωρίς να ξέρω αν αυτό το πράγμα θα βγει ταινία. Σιγά σιγά, το υλικό άρχισε να με οδηγεί προς τα εκεί, ως προς το τι επιλέγω και πώς το κινηματογραφώ. Στην αρχή κινηματογραφούσαμε με μια καλλιγράφική αποτύπωση από τις πιο ωραίες γωνίες. Εως ότου αντιλήφθηκα ότι πρέπει να πετάξουμε όλα αυτά τα όμορφα κάδρα και να κινηματογραφούμε μόνο αυτές που μας χτυπούσαν υπαρξιακά. Πάντα ανφάνσς και με την κάμερα γειωμένη στο έδαφος, σαν να είχαμε απέναντι τεράστιους καθρέφτες που μας επέστρεφαν κενά τα δικά μας είδωλα.

Μετά από λίγο καιρό, βλέποντάς τις συνέχεια, αντιλήφθηκα ότι ήταν η πρώτη φορά που τις παρατηρούμε. Πριν παρατηρούσες τις διαφημίσεις, την γκόμενα που σε κοίταζε, τον άντρα μοντέλο, το καταναλωτικό μήνυμα. Και μάλιστα ήταν όλες τους μοναδικές, ξεχωριστές. Είχαν διαφορετικά σχήματα, διαφορετικά χρώματα, διαφορετική υφή, υλικό και κατάσταση παρακμής και αποφάσισα ότι έπρεπε να τις κινηματογραφήσω πια σαν ανθρώπινα πορτρέτα. 

Η εικόνα του άδειου κάδρου από μόνη της μου έκανε μία φοβερή αντανάκλαση του ίδιου μου του ψυχισμού. Γιατί νομίζω ότι με τα άδεια κάδρα λες τα πάντα για το τι ζούμε.

Ο λόγος που τις έκανε να είναι άδειες και έρημες δεν είναι η κρίση. Ο λόγος είναι ένας νόμος που απαγόρεψε την υπαίθρια διαφήμιση, επειδή συνέβαιναν πολλά οδικά ατυχήματα. Κι αυτό είναι επίσης πάρα πολύ ενδιαφερόν, ότι οι άδεις πινακίδες δεν είναι συνέπεια της κρίσης, αλλά μιλάνε κατευθείαν για αυτήν. Αρκετές από αυτές δεν τις έχουν απομακρύνει, επειδή είναι μεγάλο το κόστος της απομάκρυνσής τους. Χωρίς τα μηνύματα τους δεν έχουν λόγο ύπαρξης, αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν. Είναι κάπως σαν την ίδια μας τη ζωή.

Ήταν μεγάλη χαρά η δημιουργία της ταινίας, γιατί την κάναμε τελείως μόνοι μας, τρεις άνθρωποι. Για εφτά μήνες κάναμε ρεπεράζ, δηλαδή ψάχναμε τους χώρους, και ταυτόχρονα γυρίζαμε. Μπορεί να πηγαίναμε σε ένα μέρος και να καθόμασταν και έξι ώρες μέχρι να προκύψει κάτι. Αυτό ήταν κάτι πολύ ενδιαφέρον. Είχα εγκαταλείψει οτιδήποτε είχε να κάνει με τον απόλυτο έλεγχο και την κατασκευή της εικόνας και είχα αφεθεί να εμπιστεύομαι την πραγματικότητα. Κι είναι ωραίο συναίσθημα να εμπιστεύεσαι την πραγματικότητα, γιατί αυτή θα στο ανταποδώσει. Πηγαίναμε στα ίδια μέρη μετά από καιρό για να δούμε τι έχει αλλάξει, όχι για να καταγράψουμε τη φθορά, αλλά γιατί ξέραμε ότι είναι πολύ δυνατή αυτή η πινακίδα και θα θέλαμε να προκύψει κάτι άλλο. 



Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι για να φύγει από το αισθητικό κομμάτι όλο αυτό το ψυχρό και αποστασιοποιημένο, έπρεπε να υπάρχουν στο πλάνο και άνθρωποι. Και οι άνθρωποι μπήκαν μέσα ακριβώς όπως θα ’θελα: σε πολύ μικρή κλίμακα. Γιατί απέναντι σε όλο αυτό, στην πόλη και στις πινακίδες, οι άνθρωποι είναι όντως σε πολύ μικρή κλίμακα. Οι πινακίδες φαίνεται να είναι από πάνω τους συνέχεια, να τους βλέπουν και αυτοί να πρέπει να ζητήσουν άδεια, “να περάσω;”, “να μην περάσω;” Είναι μια φοβερή συνδιαλλαγή ανάμεσα σε μια πόλη που επιβάλλεται και στους μικροσκοπικούς ανθρώπους που την κατοικούν.

Επίσης, πολύ απελευθερωτικό ήταν ότι το κάναμε με τίποτα. Δηλαδή με μια 5D, ένα τριπόδι, ένα βαλιτσάκι φακών και ένα αμάξι. Δύο άνθρωποι ήμασταν μες στο αμάξι, τρεις μαζί όταν ερχόταν και ο ηχολήπτης και γυρίζαμε την πόλη. Ήταν ένα πολύ ωραίο το ταξίδι, απελευθερωτικό. Και χωρίς  χρήματα, ούτε από ιδιώτες, ούτε απ’ το κράτος. Μόνο από ένα βραβείο που είχαμε πάρει από την προηγούμενη ταινία. Οπότε αυτό αμέσως σου έδινε μια φοβερή αίσθηση αυτονομίας και ελευθερίας. Και ήταν σαν μια περιπέτεια, σαν ψάρεμα. Δηλαδή βγαίναμε και λέγαμε «να δούμε τι θα ψαρέψουμε σήμερα, θα είναι καλή η ψαριά; Τι πινακίδες θα βρούμε;»

Γιατί Out of frame; Αυτό που μας ενδιέφερε πάρα πολύ είναι το «εκτός κάδρου», που είναι και ο αγγλικός τίτλος. Ο εκτός κάδρου χώρος είναι αυτός που πάντα υπονοεί,  έρχεται και εισβάλλει, από τον ήχο μέχρι τα στοιχεία που μπορείς να φανταστείς και στην ουσία αυτό σου δίνει απεριόριστη ελευθερία για το τι μπορεί να σημαίνει. Είναι ένα σινεμά που είναι λίγο της παρατήρησης, από την άποψη ότι δεν σε ενδιαφέρει να αποδώσεις ένα μήνυμα, ούτε να επιβάλλεις εκβιαστικά μια θέση, ούτε να καθοδηγήσεις εκβιαστικά τον άλλο, αλλά απλά θέλεις να τον αφήσεις ελεύθερο να κάνει τις αναγωγές του. Και είτε πραγματικά το νιώθεις, είτε δεν το νιώθεις. Πρέπει κάπως να το βιώσεις, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις. Και αυτές οι εικόνες είναι που με ενδιαφέρουν, γιατί σε βάζουν συνέχεια σε μια διαρκή άβολη ανησυχία, δημιουργείται μέσα σου κάτι σαν μια οντολογική απορία «γιατί γίνεται αυτό» και σε ακολουθούνε, δηλαδή κάπως σε στοιχειώνουν και δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτές, ενώ, αντίθετα, όταν γράφεις ένα σενάριο και κατασκευάζεις ένα νόημα, γνωρίζεις ότι είναι μια κατασκευή του μυαλού που θέλει να πει συγκεκριμένο πράγμα που ο άλλος θα το εκλάβει με διαφορετικούς τρόπους. ΟΚ, αλλά μπορεί και να παραμείνει εκεί, ενώ το άλλο κάπως χτυπάει πιο βαθιά, νομίζω δηλαδή, είναι σαν να χτυπάει κατ’ ευθείαν στο νευρικό σύστημα. Και αυτό όταν μου συμβαίνει είναι κάτι που μου ταρακουνάει όλο μου το είναι. Αν υπάρχει ένα σινεμά που οι εικόνες σου να σε χτυπάνε κατ’ ευθείαν στο νευρικό σύστημα, για μένα είναι πολύ σπουδαίο.

Μου έλεγε μια φίλη, μια Γαλλίδα παραγωγός που γνώρισα, ότι ήρθε στην Αθήνα και έφυγε από το αεροδρόμιο και πήγαινε προς την πόλη και έβλεπε ξαφνικά τις άδειες πινακίδες. Και της έκαναν τόσο τρομακτική εντύπωση που σκεφτόταν, αγωνιούσε, άρχισε να την πιάνει λέει ένας φόβος, αυτός που μετά ονομάσαμε “ο τρόμος του κενού”, δηλαδή “προς τα πού πηγαίνω”. Μπαίνεις σε μια πόλη και νιώθεις ότι δεν πηγαίνεις σε μια δυτική πόλη που υπάρχει καπιταλισμός, μοιάζει σαν “μετά τον πόλεμο”, κάτι έχει γίνει σε αυτή την πόλη, κάτι έχει συμβεί. Πανούκλα, πόλεμος; έχουν τα πάντα διαλυθεί; Υπάρχουν άνθρωποι σε αυτή την πόλη; Εφόσον δεν υπάρχουν μηνύματα, υπάρχουν άνθρωποι; Αυτό ήταν κάτι το πολύ ωραίο.

Οι πινακίδες είναι έρωτας, μεγάλος έρωτας. Πάνω από την πρώτη πινακίδα που εμφανίζεται στην ταινία, υπάρχει μια ταμπέλα της εταιρίας πινακίδων που ονομάζεται remedy. Remedy σημαίνει θεραπεία. Ξεκινάει η ταινία με ένα πλάνο που υπονοεί μια θεραπεία, η οποία όμως ποτέ δε θα έρθει. Και η θεραπεία είναι το τίποτα, γιατί στη θεραπεία πρέπει να υπάρχει και κάτι να προτείνεις. Αλλά δεν υπάρχουν προτάσεις. Όλες αυτές οι άδειες πινακίδες είναι η απουσία προτάσεων. Παίζει αυτή η αντίφαση μεταξύ των δύο που είναι πολύ δυνατή. Οι πινακίδες λειτουργούν λίγο σαν καθρέφτες που δεν καθρεφτίζεται κανένα είδωλό σου. Αλλά συνδιαλέγεσαι απ’ ευθείας. Δηλαδή όταν υπάρχουν διαφημίσεις καταλαβαίνεις το μήνυμα: “πάρε την πουτάνα την κολόνια”. Αλλά τώρα αυτό συνδιαλέγεται κατ’ ευθείαν μέσα σου, κι εσύ την κοιτάζεις πίσω. Είναι το βλέμμα στο κενό. Ε, δεν είναι τρομακτικό αυτό από μόνο του; 

Δεν υπάρχουν κι από κάτω άνθρωποι που να μπορούν να αγοράσουν οτιδήποτε. Σκέψου ένα πείραμα. Σκέψου μια πόλη ξαφνικά να πει “αποφασίζω ότι καταργώ τις διαφημίσεις” γιατί δημιουργούν τρομακτικό οπτικό θόρυβο, δε μιλάμε ούτε για ατυχήματα ούτε τίποτα. Κατάργηση των διαφημίσεων. Εγώ νομίζω ότι μετά θα δεις, από τη στιγμή που θα αρχίσουν να γκρεμίζονται οι πινακίδες, θα φανερώνεται κάτι άλλο που βρισκόταν πίσω τους εκεί που ήταν η διαφήμιση, οπότε θα αρχίζουν να ανακαλύπτονται χαμένα κομμάτια της πόλης. Και ταυτόχρονα, όταν δεν υπάρχουν, αν γκρεμιστούν δηλαδή όλες, είναι σαν να είσαι σε άλλη πόλη, σε άλλη χρονολογία. 

Ο πρώτος θεατής που είδε την ταινία ήταν η κόρη του μοντέρ του Χαλκιαδάκη η Ζωή, η οποία είναι 9 χρονών. Μόλις τελείωσε την ρωτάει ο πατέρας της “τι λέει ρε Ζωή αυτή η ταινία;”
“Ε… αυτή η ταινία λέει ότι… δεν υπάρχει τίποτα... Δεν υπάρχει τίποτα...”. 
Νομίζω τα είπε όλα.

Από την Πέμπτη 4/10 οι "Τίτλοι Τέλους" θα προβάλλονται στο Δαναό, πριν την ταινία "Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει" των αδερφών Ταβιάνι. 

http://outofframefilm.com/
 



back to main