Χιλιάδες λεύγες κάτω απ’ τη θάλασσα
M.Hulot

Ο Σωτήρης Κατσαρός από 13 ετών ήταν στο πολεμικό ναυτικό και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σε υποβρύχιο. Συνταξιούχος πλέον μηχανικός θυμάται ιστορίες κάτω απ’ το νερό μας δίνει ένα σωρό πληροφορίες για τις χιλιάδες ώρες που πέρασε σε μια στενάχωρη κουκέτα.

Ξεκίνησα 13 χρονών, στο πολεμικό ναυτικό, μετά το δημοτικό. Στην Σχολή υπαξιωματικών στον Πόρο. Κάναμε μαθήματα του λυκείου και άλλα που αφορούσαν το ναυτικό, ναυτική τέχνη, ναυτικοί κανονισμοί. Έμεινα τρία χρόνια εσώκλειστος, με όσα αυτό συνεπαγόταν για κάποιον που ήταν σε στρατιωτική σχολή το ’61. Καταταγήκαμε 5000 μαθητές, στον Πόρο πήγαμε 500 και τελικά κράτησαν 200. Για να γίνει η επιλογή χρειαζόταν να έχεις μέσον. Μας έκαναν καψόνια το βράδυ, να φύγουμε μόνοι μας. Έτσι έφυγαν οι 300 και μείναμε 200. Και πάλι δεν είχαν προβλέψει καλά, γιατί τη χρονιά εκείνη δεν χρειάζονταν τόσο κόσμο, έτσι έδιωξαν 50 παιδιά και 50 τα άφησαν στην ίδια τάξη. Mεταξύ αυτών κι εγώ. Έτσι έκανα τέσσερα χρόνια στη σχολή. Ο καθηγητής των ελληνικών δεν με πήγαινε.
Ο μισθός που έπαιρνα ήταν 5 δραχμές το μήνα.
Ο πρώτος χρόνος ήταν για να πάρουμε μία ιδέα για το ναυτικό. Εκεί γινόταν και κάποια διαλογή, μας χώριζαν σε μάχιμους και τεχνίτες. Εγώ που ήμουν μηχανικός έκατσα στη σχολή δυόμισι χρόνια. Είχαμε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα, τα πρακτικά τα κάναμε στο ναύσταθμο. Μηχανουργεία, χυτήρια, τόρνοι, μηχανές, γενικά σε συνεργεία πάνω στον τεχνικό τομέα.
Αφού πήραμε το πτυχίο μηχανικού ή ηλεκτρολόγου έπρεπε να πάμε στα πλοία του στόλου, και τότε μπορούσαμε να δηλώσουμε ότι επιθυμούμε να πάμε στα υποβρύχια. Η ζωή εκεί ήταν δύσκολη, έπρεπε να είσαι και πολύ καλά από υγεία, περνούσαμε από εξαντλητικές εξετάσεις από γιατρούς και έπρεπε να υπογράψουμε κιόλας ότι φέραμε την ευθύνη αν πάθουμε κάτι.
Από την πρώτη φορά που μπήκα σε υποβρύχιο μου άρεσε. Ήμουν νέος και με τραβούσε. Θαύμαζα και τους  ανθρώπους που ζούσαν εκεί μέσα, και είπα «γιατί να μην πάω και εγώ;». Τα χρόνια υπηρεσίας στα υποβρύχια τα μετρούσαν διπλά, σού έδιναν και ένα επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και έτσι το πήρα απόφαση.
Από όλους τους μαθητές της σειράς μου μόνο ένας είχε κλειστοφοβία: με το που καταδύθηκε το υποβρύχιο, άρχισε να ουρλιάζει «δεν μπορώ, βγάλτε με» και έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Εγώ αυτό δεν μπορούσα να το αισθανθώ, προσπαθούσα μόνο να βρώ ένα κρεβάτι λίγο πιο απόμερο, για να έχω την ησυχία μου.

Η ζωή στο υποβρύχιο ήταν δύσκολη, και όσο μεγαλύτερη η διάρκεια του ταξιδιού, τόσο δυσκόλευε. Το μεγαλύτερο ταξίδι που έχω κάνει είναι 25 μέρες χωρίς να δω ήλιο, από τη Γερμανία μέχρι την Αίγινα, με μία στάση στην Ιταλία. Είχαμε πάθει ζημιά στο ραντάρ και ήρθε ένα συνεργείο για να το επισκευάσει. Αρχικά χάνεις τον έλεγχο της ωρας, δεν ξέρεις αν είναι μέρα η νύχτα, γιατί είσαι συνεχώς με τη λάμπα. Μετά από μερικές μέρες έχεις κι άλλα προβλήματα, δηλαδή δεν κινείσαι, πηγαίνεις από το κρεβάτι σου στη βάρδιά σου μόνο, οξυγόνο δεν υπάρχει -είναι πάρα πολύ λίγο, και τρως αλλά δεν μπορείς να χωνέψεις, πρήζεται η κοιλιά σου. Ο καθένας που έχει μία θέση στο υποβρύχιο έχει και μία υπεύθυνη βάρδια, και το λάθος του ενός μπορεί να στοιχίσει τη ζωή σε όλους. Έτσι όλο το πλήρωμα ήμασταν σαν οικογένεια, όλοι αγαπημένοι. Έπρεπε να κάνουμε τη δουλειά μας πολύ υπεύθυνα, όταν πηγαίναμε να επισκευάσουμε κάτι ή να το συντηρήσουμε, ή ακόμα και να το χειριστούμε, το κάνουμε τέλεια και αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα το αναφέραμε αμέσως στον αρμόδιο.
Στα γερμανικά που είχαμε τότε ήμασταν 27 άτομα πλήρωμα. Ο καπετάνιος, ο ύπαρχος, και άλλοι 5-6 αξιωματικοί, οι υπόλοιποι ήταν όλοι υπαξιωματικοί, μόνιμοι, εκτός από τον μάγειρα και έναν καμαρώτο που ήταν ναύτες που υπηρετούσαν.
Το πλήρωμα είναι διανεμημένο σε τρεις βάρδιες. Κάνεις δύο τετράωρα μέσα στο 24ωρο. Τις άλλες ώρες μπορείς να φας, ή να παίξεις τάβλι, να δεις τηλεόραση. Αλλά τις πιο πολλές ώρες κοιμάσαι γιατί είσαι πτώμα λόγω της ελλειψης οξυγόνου, δεν νιώθεις δυνατός. Κάποτε μας είχε τύχει μία ζημιά και πέρα από την αφόρητη ζέστη στις μηχανες δεν είχαμε και δύναμη να δουλέψουμε, είμασταν πολύ πεσμένοι.
Φανταστείτε το υποβρύχιο σαν ένα μεγάλο μπουκάλι. Μπροστα και πίσω έχει δεξαμενές, τα θαλασσέρματα, όταν τα γεμίσεις νερό το υποβρύχιο βυθίζεται. Το περίβλημά του είναι πολύ ανθεκτικό, 23 χιλιοστά ατσαλολαμαρίνα, ένα ειδικό κράμα που αντέχει στη μεγάλη πίεση και εσωτερικά έχουν νομείς, σαν δαχτυλίδια που ενισχύουν το εξωτερικό περίβλημα. Το υποβρύχιο κατασκευάζεται στο ναυπηγείο σε δύο τμήματα: το μπροστά και το πίσω, τα οποία και φορτώνονται με τα βαρυά μηχανήματα πριν τα μεταφέρουν με γερανούς σε μία δεξαμενή, όπου και τα κολάνε πριν το βυθίσουν. Μετά το βυθίζουν και περνάνε τα ελαφρά μηχανήματα, τα καλώδια και άλλα. Το υποβρύχιο στην επιφάνεια έχει 1000 τόνους εκτόπισμα, και όταν βυθιστεί έχει 1200, γι’ αυτό και το κατατάσουν στην κλάση 1200. Για να κατευθυνθεί το υποβρύχιο υπολογίζονται τα πάντα, ακόμα και το προσωπικό, γιατί δεν θέλεις να είναι πολύ βαρύ, αλλιώς θα πάει κάτω.
Τα υποβρύχια αυτά κατεβαίνουν μέχρι τα 400 μέτρα, αλλά, καθώς παλιώνουν, το βάθος που μπορούν να φτάσουν μειώνεται.

Όπως καταδύεται το υποβρύχιο, μένει μέσα ο αέρας που είχε στην επιφάνεια. Και με αυτόν τον αέρα περνούσαμε, αυτόν τον αέρα αναπνέαμε. Βέβαια είχαμε κάποια κάνιστρα που είχανε μέσα ένα χημικό σαν ρύζι, που περνούσε ο αέρας και καθάριζε από το διοξείδιο, αλλά μετά από λίγο δεν το έκανε και τόσο καλά. Υπήρχαν μετρητές που έδειχναν τα επίπεδα οξυγόνου και διοξειδίου. Με αυτόν τον αέρα μπορούσαμε να κρατήσουμε γύρω στις 20 ώρες. Και μετά έπρεπε να ανέβουμε για να πάρουμε φρέσκο, αλλά δεν είναι μόνο ο αέρας που θα μας ανάγκαζε να ανέβουμε. Το υποβρύχιο ήταν ηλεκτροκίνητο, έπαιρνε ενέργεια από μπαταρίες, είχε γύρω στις 500 μέσα οι οποίες έπρεπε να φορτιστούν. Για να πάρουμε αέρα έπρεπε να ανέβουμε σε περισκοπικό βάθος, δηλαδή τρία μέτρα κάτω από το νερό. Τότε μπορούσαμε να βγάλουμε πάνω ιστούς, κεραίες, να μιλήσουμε με το αρχηγείο, παράλληλα να βγάλουμε και ιστό-σωλήνα που είχε πάνω μία βαλβίδα, και από εκεί μπορούσαμε να τραβήξουμε αέρα, να ανανεωθεί στο χώρο, να δουλέψουν οι μηχανές και να φορτίσουν τις μπαταρίες. Τα καυσαέρια έφευγαν από ένα σύστημα φλαπς που υπήρχε στο πίσω μέρος του πυργίσκου για να διασκορπιστούν τα καυσαερίων ώστε να μην δημιουργούνται μπουρμπουλήθρες και εντοπιζόταν το υποβρύχιο. Και έτσι γινόταν φόρτιση των συστοιχιών και ανανέωση του αέρα. Υπήρχουν και άλλοι τρόποι που μπορούσαμε να κάνουμε ανανέωση του αέρα αν αναγκαζόμασταν να μείνουμε κάτω για διάφορους λόγους. Π.χ. σε περίπτωση που μας είχε στριμώξει από πάνω ο εχθρός  και δεν μπορούσαμε να αναδυθούμε.
Επειδή ζούσαμε κλεισμένοι εκεί μέσα, είχαμε τα παντά κοινά. Εξάλλου, υπάρχουν και οι βαθμοί, εγώ ήμουν ανθυπασπιστής, ο αρχαιότερος. Και ακολουθούσαμε και μία συκεκριμένη πολιτική βάσει της αρχαιότητας. Ο νεότερος άκουγε τον παλιό. Και όταν έχεις πάει παιδί δεκατριών χρονών στο στρατό, έχεις μπει στο καλούπι, δεν μπορείς να ξεφύγεις.

Μέσα στο υποβρύχιο είχαμε μέσα και και μπάνια και τουαλέτες και μαγειρείο και απ’όλα. Είχε ψυγεία με κρέατα, κυρίως σε κιμά, και λαχανικά. Τα λαχανικά τα καταναλώναμε πρώτα και μετά κονσέρβες. Ο μάγειρας μπορούσε να φτιάξει και ψωμί . Το κακό είναι ότι ο αέρας που αναπνέαμε στις 20 ώρες μολύνοταν με διάφορους τρόπους.  Καμιά φορά δεν είχαμε νερό, οπότε αναγκαζόμασταν να πλύνουμε το δόντια μας με πορτοκαλάδα. Έχει τύχει και να ξυριστώ με πορτοκαλάδα. Η τουαλέτα πάντως δεν είχε διαφορά από τις συμβατικές.
Όταν το ταξίδι είναι μεγάλο, μετά από κάποιες μέρες αρχίζεις και δεν κοιμάσαι, χάνεις το ρυθμό σου, χάνεις τις μέρες, και βλέπεις ότι στις θέσεις που κάνεις βάρδια μένουν και οι προηγούμενοι και οι επόμενοι, και αρχίζανε τις ιστορίες. Τότε καπνίζαμε κιόλας, κάπνιζα και ‘γω. Το ντουμάνι ήταν τέτοιο που δεν έβλεπες στα δύο μέτρα, κοιτούσες τον άλλο και δεν τον γνώριζες. Σε ασκήσεις που δεν ξέραμε πόσες ώρες θα μέναμε κάτω έλεγε ότι απαγορευόταν το κάπνισμα, αλλά εμείς οι μηχανικοί κρυβόμασταν κάτω στις μηχανές και καπνίζαμε στη ζούλα. Αλλά δεν καταλάβαινε κανείς τίποτα, γιατί δεν μπορούσε κανείς να μυρίσει . Κάναμε και διάφορες φάρσες, βάζαμε γράσο στα παπούτσια του άλλου η αβγά και λέγαμε στο καπετάνιο να σημάνει συναργεμό για να πεταχτούν όλοι και να αρχίσουν να ψάχνουν τα παπούτσια τους. Τα κρεβάτια ήταν τριάδες ή τετράδες λόγω του κυκλικού σχήματος του υποβρυχίου. Ήταν τόσο κοντά το ένα πάνω από το άλλο, που έμπαινες σφηνωτός, πλευρό δεν μπορούσες να αλλάξεις ούτε πόδι να σηκώσεις, γιατί το πόδι σου εύρισκε στο πάνω κρεβάτι.
Όταν ήμουν πιτσιρικάς είχαμε τρία αμερικάνικα υποβρύχια: την Αμφιτρίτη, τον Ποσειδώνα, και μετά ήρθε η Τρίαινα. Μας τα είχαν κάνει δώρο, αλλά τα ανταλλακτικά τα πληρώναμε χρυσάφι, έβγαζαν δέκα φορές την αξία του υποβρυχίου. Μετά  πήραμε δύο ακόμα: τον Κατσώνη και τον Παπανικολή. Εν συνεχεία, αρχίσαμε να παραλαμβάνουμε υποβρύχια από την Γερμανία: τον Γλαύκο, τον Νηρέα, τον Τρίτων και τον Πρωτέα. Μετά παραλάβαμε τα Ποσειδώνα, Αμφιτρίτη, Ωκεανό, Πόντο και τώρα έχουμεμ παραλάβει τον Παπανικολή, που λένε ότι «γέρνει». Έχουμε άλλα τρία στο Σκαραμαγκά και περιμένουμε την Μέρκελ να μας δώσει λεφτά για να τελειώσουν. Εν ενεργεία έχουμε επτά.

Σε καιρό πολέμου προβλέπεται ότι αν το υποβρύχιο μείνει για κάποιο λόγο κάτω και δεν μπορεί να ανέβει στην επιφάνεια, επειδή το οξυγόνο είναι περιορισμένο, ο καπετάνιος έχει το δικαίωμα να πυροβολεί έναν έναν από το πλήρωμα που δεν είναι αναγκαίος για τη λειτουργία του υποβρυχίου.
Δύσκολα προκύπτει πρόβλημα στην υγεία του πληρώματος, τουλάχιστον εμένα τόσα χρόνια δεν μου έτυχε ποτέ να αρρωστήσει κάποιος, επειδή όλοι είναι νέοι. Ο καπετάνιος λόγου χάρη μπορεί να είναι μέχρι πλωτάρχης στο βαθμό, δηλαδή να είναι το πολύ 35-36 χρονών. Δεν δικαιολογεί μεγαλύτερο βαθμό σε υποβρύχιο. Άσε που ο οργανισμός δεν έχει αντοχές πέρα την ηλικία των 35...






Όλες οι φωτο είναι από το προσωπικό αρχείο του κ. Κατσαρού.



back to main