Occupy Central: Ο Yuk Hui γράφει για τον απόηχο του κινήματος στο Χονγκ Κονγκ
Yuk Hui

Ο ερευνητής του Pompidou και καθηγητής πολιτικών επιστημών Yuk Hui αναλύει την κατάσταση στο Χονγκ Κονγκ που οδήγησε στην κατάληψη της Central Square.

O Υuk Hui (Ph.D. πολιτιστικών επιστημών) είναι απόφοιτος του κέντρου πολιτιστικών σπουδών Goldsmiths του πανεπιστήμιου του Λονδίνου. Αυτή τη στιγμή είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ινστιτούτο έρευνας και καινοτομίας του κέντρου Pompidou, στο Παρίσι. Έχει συγγράψει άρθρα σχετικά με ζητήματα φιλοσοφίας, πολιτιστικών θεωριών και αντιστάσεων. Για περισσότερρες πληροφορίες επισκεφτείτε το http://digitalmilieu.net/yuk


Οι σκηνές στήνονται στο ισόγειο του αρχηγείου της HSBC. Πάνω: Τα μπάνερ των θυμάτων της Lehman Brothers

Μετά την παγκόσμια ημέρα καταλήψεων στις 15 Οκτωβρίου, πολλοί ακτιβιστές οραματίστηκαν την διεξαγωγή αυθόρμητων καταλήψεων. Κάθε μία θα μπορούσε να συνδέεται με την άλλη και όλες μαζί θα εξαπλώνονταν σαν ιός, οδηγώντας προς μία επανάσταση. Αυτό δεν αποτελεί ευσεβή πόθο κάποιων: μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του ’08, μία σειρά από δραματικά επακόλουθα, η αύξηση των χρεών των Ευρωπαϊκών χωρών, οι μειώσεις των δαπανών για την παιδεία, η μη ελαστικότητα των μεταναστευτικών πολιτικών, όλες ακολούθησαν η μία την άλλη. Στη συνέχεια, γίναμε μάρτυρες του Ισπανικού κινήματος του Μαϊου, τις αναταραχές του Λονδίνου, την κατάληψη της Wall Street το Σεπτέμβριο, τα οποία σηματοδοτούν την άφιξη μίας επερχόμενης Αποκάλυψης. Παρ’ όλα αυτά, στην Ασία είδαμε μόνο μερικά κινήματα, τα οποία δυστυχώς έχουν τροφοδοτήσει με κάθε λογής διασκεδαστικά στιγμιότυπα τα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης: εξαγριωμένοι νεόι οι οποίοι δεν ξέρουν με ποιον να τα βάλουν και τι να απαιτήσουν, συγκεντρώθηκαν κρατώντας μαζικά πλακατ με συνθήματα. Ο καπιταλισμός δείχνει να είναι το –μη ιστορικά- αναπόφευκτο πεπρωμένο της Ασίας, αν τον αναλογιστούμε ως απόρροια του ιμπεριαλισμού. Δεν είναι δύσκολο να δει κάποιος ότι στην Ασία ο καπιταλισμός έχει νομιμοποιηθεί και καθιερωθεί, ειδικά σε πρώην-κομμουνιστικές χώρες σαν το Βιετνάμ και την Κίνα, όπου η συνεργασία του κεφαλαίου με το κράτος έγινε η μοναδική επιλογή: «one world, one dream»*

*”One..”: «ένας κόσμος ένα όνειρο», το κεντρικό σύνθημα της ολυμπιάδας του Πεκίνου.

 Στο Χονγκ Κονγκ, μία τέτοια αντίληψη έχει ακόμα μεγαλύτερη βάση, η αλλιώς, μία ιστορική αναγκαιότητα; Σε μία πόλη που έχει υπάρξει ο χρηματοπιστωτικός κόμβος της Ασίας για πολλές δεκαετίες, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού συμμετέχει στον τομέα των χρηματοοικονομικών -αν δεν δουλεύει ήδη σε έναν από αυτούς τους οργανισμούς, τα πτυχία οικονομικών είναι τα πιο περιζήτητα στις πανεπιστημιακές σχολές, μία επενδυτική τράπεζα αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για επαγγελματική απασχόληση για τους απόφοιτους και όλοι από τη στιγμή που ξεκινούν να δουλεύουν πρέπει να συμβάλλουν σε ένα συνταξιοδοτικό ταμείο, του οποίου την τύχη δεν γνωρίζουν παρά μόνο προς το τέλος της ζωής τους.


Η αντικαπιταλιστική βιβλιοθήκη.

Η απόσταση μεταξύ της κατάληψης της Wall Street και του Χονγκ Κονγκ είναι απροσμέτρητη, οι απεργίες στο Λονδίνο και Ώκλαντ υπάρχουν μόνο στις στήλες των εφημερίδων και στις οθόνες των υπολογιστών. Παρ’ όλα αυτά, στo Χονγκ Κονγκ ακόμα βλέπουμε την μεγαλύτερη κατάληψη στην Ασία (αν και μόλις 40 ατόμων): Κάτω από το κτίριο των κεντρικών γραφείων της HSBC στη Central –το κέντρο όλων τον χρηματιστικών οργανισμών- οι τέντες σχηματίζουν ένα τετράγωνο, στη μέση υπάρχουν καναπέδες, σκεύη μαγειρικής και ράφια γεμάτα από αντικαπιταλιστικά βιβλία. Από πάνω τους στέκεται το μοντέρνο γυάλινο κτίριο, σχεδιασμένο από τον διακεκριμένο βρετανό αρχιτέκτονα Norman Foster. Λέγεται ότι αυτό το κτίριο μπορούσε να αποσυναρμολογηθεί σε κομμάτια και να ξαναστηθεί κάπου αλλού, σαν να ήταν φορητό. Γύρω από αυτό το τεράστιο θηρίο μπορεί κανείς να δει κάμποσες αυτόματες μηχανές συναλλαγών, φύλακες ασφαλείας και μία τεράστια οθόνη που αναμεταδίδει τα νέα της HSBC και ενημερώσεις για την διεθνή αγορά. Αυτό που είναι πιο περίεργο, όμως, ειναι ότι η αντίσταση στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό δεν δείχνει να είναι μέρος των αιτημάτων αυτού του κινήματος.     

Αναμφίβολα υπήρξε ένα μικρό ποσοστό πληγέντων από την οικονομική κρίση στις αρχές της κατάληψης, για παράδειγμα οι εξαπατηθέντες από την Lehman Brothers που ακόμα αγωνίζονται για να πάρουν τα χρήματά τους πίσω, αλλά η συμμετοχή τους δείχνει κατά πολύ συμβολική: βάζουν επιγραφές ανάμεσα από τέντες και κατά μήκος των καγκέλων του δρόμου, ακριβώς έξω από την είσοδο της HSBC, όπου εκτοξεύουν κατηγορίες εναντίον της απληστίας των τραπεζιτών. Είναι πολύ εύκολο κάποιος να παραβλέψει αυτό το σημείο: ένα από τα πλακάτ έγραφε ότι πλέον δεν υπάρχει καμία «καλόπιστη» τράπεζα, αναφερόμενο στην φράση του Νίτσε “Gott ist Tot”. Πίσω από τις μομφές κατά της απληστία των τραπεζών κρύβεται η αφελής ιδέα που τείνει να προσωποποιεί αυτούς τους οργανισμούς και να τους προσδίδει «ευσυνειδησία». Και έτσι επανερχόμαστε σε αυτό που έχει ηδη επισημανθεί: ο καπιταλισμός είναι καλό να υπάρχει, απλά ξαφνικά εμφανίστηκαν κάποιοι «κακοί» που διατάραξαν την τάξη.


Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι να καθίσουν στο χώρο των καταληπτών, σε αντίθεση με την τάξη που επιβάλλει η αστυνομία απ' εξω.

Μία τέτοια ανάλυση δεν έιναι καν μία αθώα παρεξήγηση, γιατί δεν λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη του καπιταλισμού τις προηγούμενες δεκαετίες, και μία τέτοια μετάλλαξη ήταν αναγκαία για την επιβίωσή του: δεν θα μπορούσε να σταματήσει να μεταλλάσεται όταν στις δεκαετίες του ’80 και ’90 υποσχόταν ότι αν κάποιος δουλεύει περισσότερο, αμοίβεται περισσότερο. Ο Max Weber είχε χαρακτηριστικά σχολιάσει  ότι το πνεύμα του καπιταλισμού συνδέεται με το πνεύμα μίας μονολιθικής θρησκείας. Τώρα ο θεός πρέπει να πεθάνει, γιατί ο καπιταλισμός έπρεπε να επιταχύνει τη συσσώρευση κεφαλαίων βρίσκοντας νέους τρόπους, δηλαδή την  χρηματιστικοποίηση και την κερδοσκοπία. Αλλά πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το 1% εναντίον του 99% δεν απευθύνεται απλώς στους ευκατάστατους, απαιτώντας από αυτούς να δείξουν υπευθυνότητα για την τρέχουσα κατάσταση. Μάλλον περιγράφει το ευρύτερο καπιταλιστικό σύστημα, βάση του οποίου μπορούν να βγάλουν τόσο πολύ κέρδος από το τίποτα. Ο Μαρξ στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης του «Κεφαλαίου» μας είχε ήδη προϊδεάσει για αυτό: «Για να αποφευκτούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις. Τις μορφές του κεφαλαιοκράτη και του γαιοκτήμονα [sic] δεν τις ζωγραφίζω καθόλου με ρόδινα χρώματα. Εδώ όμως πρόκειται για τα πρόσωπα μόνο εφόσον αποτελουν την προσωποποίηση οικονομικών κατηγοριών και είναι φορείς προκαθορισμένων κοινωνικών σχηματισμών σαν να είναι φυσικοϊστορικό προτσές [sic], μπορεί λιγότερο από κάθε άλλη, να θεωρεί το ξεχωριστό άτομο υπεύθυνο για συνθήκες, κοινωνικό προϊόν των οποίων παραμένει το ίδιο, όσο και αν ανυψώνεται υποκειμενικά πάνω από αυτές».


Η κατάληψη μοιάζει με ένα χωριό περιτριγυρισμένο από ψηλά κτίρια.

Αυτό επίσης εξηγεί για ποιό λόγο οι μεταρρυθμιστές, τόσο οι φιλελεύθεροι όσο και οι συντηρητικοί, ειρωνεύονταν το σύνθημα των καταλήψεων, «no demand…*». Για την ακρίβεια, είναι μία λανθασμένη έλλειψη φαντασίας, μιας και αυτό που απαιτούν οι διαδηλωτές είναι κάτι πολύ πέρα από αυτό που φαντάζονται: μία ολική άρνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, νομίζω ότι το κίνημα του Occupy Central κατάφερε να περάσει αυτό το μύνημα καλύτερα από τα αντίστοιχα κινήματα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Το Χονγκ Κονγκ δεν έχει ιδιαίτερη παράδοση στις καταλήψεις έτσι ώστε κάποιος να μάθει από την ιστορία του, ακόμα και στην πανεπιστημιούπολη –το πιο εύκολο σημείο για να ξεκινήσουν κάποιοι μία. Αν ανατρέξουμε σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή του Λονδίνου, θα προσέξουμε ότι πέρσι, μετά την εξαγγελία περικοπών στον προϋπολογισμό και την αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων, οι καταλήψεις ξέσπασαν αστραπιαία: φοιτητές κατέλαβαν δημαρχεία, βιβλιοθήκες κτλ. και δυσχέρυναν την λειτουργία των σχολών. Στην Γαλλία, επίσης, παρατηρούμε ότι όποτε γίνεται μία μεγάλη διαδήλωση, ένα μεγάλο μέρος αυτής αποτελείται από μαθητές λυκείου. Στο Χονγκ Κονγκ δεν υπάρχει τέτοια παράδοση καθόλου, και αυτός είναι και ένας λόγος για τον οποίο έγραψα νωρίτερα ότι ο καπιταλισμός δείχνει να είναι το, -εκτός Ιστορίας- αναπόφευκτο πεπρωμένο του. Το στοιχείο του παρελθόντος, εκείνο στο οποίο μπορεί κάποιος να στηριχθεί, είναι μόνο μία τραγωδία: την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα, η οποία και εξανέμισε κάθε όραμα για ένα μελλοντικά πιθανό κομμουνιστικό σύστημα. 

Μου φάινεται ότι στην Ευρώπη και στην Β. Αμερική, η κατάληψη είναι ένας από τους πιο χρήσιμους και αποτελεσματικούς τρόπους αντίστασης, και γι’ αυτό μεταλαμπαδεύεται τόσο γρήγορα κατά μήκος αυτών των ηπείρων. Παρ’ότι το “Occupy Central” είναι μία απάντηση στο κάλεσμα του “Occupy Wall Street”, για να το κατανοήσουμε πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της πόλης του Χονγκ Κονγκ.  Δηλαδή, για να γίνει ένα αντικαπιταλιστικό κίνημα παγκόσμιο, δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται στις ιδέες κάποιου θεωρητικού επιστήμονα ή κάποιυ ακτιβιστή, αλλά να δημιουργήσει συνδετικούς κρίκους μεταξύ κάθε άλλου υπάρχοντος κινήματος. Η οικονομική κρίση δεν χτύπησε τόσο άσχημα το Χονγκ Κονγκ όσο την Ευρώπη, και μάλιστα την ίδια στιγμή που σε Αμερική και Ευρώπη προχωρούν σε περικοπές στους προϋπολογισμους στος τομείς του πολιτισμού και της εκπαίδευσης, στον Χονγκ Κονγκ και την Κίνα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Όσο η Ευρώπη και η Β. Αμερική κόβουν επιδόματα και περιορίζουν την κοινωνική πρόνοια, το Χονγκ Κονγκ και το Μακάου επιστρέφουν χρήματα σε κάθε ενήλικα πολίτη. Υπό αυτές τις συνθήκες, εύλογα θα θελήσει κάποιος να ρωτήσει σε τι ακριβώς αντιτίθεται αυτό το κίνημα και ποια είναι τα αιτήματά του... Μάλλον μπορεί να απαντηθεί σχετικά απλά: η κατάληψη του Χονγκ Κονγκ αντιτίθεται στο σύνολο του τρόπου λειτουργίας του καπιταλισμού, συμπεριλάμβανομένων των απλήρωτων υπερωριών, την ηγεμονία των γαιοκτημόνων, τις συμμαχίες των καπιταλιστών με τις κυβερνήσεις χωρών, την αστυνομοκρατούμενη τάξη κτλ. Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσω να προβάλλω την σημασία της κατάληψης σε σχέση με το χώρο, και τη σχέση της τέχνης με τα κινήματα κοινωνικής κινητοποίησης. Θα προσπαθήσω, επίσης, να σκιαγραφήσω, στο πρώτο μέρος, τη σχέση μεταξύ των καταλήψεων και της avant-garde των καλλιτεχνών και ειδικότερα της Καταστασιακής Διεθνούς. Στο δεύτερο μέρος θα προχωρήσω σε μία κριτική των διαφορών μεταξύ της τέχνης και των κοινωνικών κινημάτων στις μέρες μας.


Οι ηλεκτρικές γεννήτριες των καταληψιών.

Πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν μιλάω από την θέση ενός απλού παρατηρητή. Από την έναρξη της κατάληψης και μετά, ξεκίνησα να κάνω συζητήσεις με έναν τοπικό καλλιτέχνη, τον Luke Ching, ώστε να αποκτήσω μία αίσθηση του πώς οι θεωρίες, η τέχνη και η κατάληψη μπορούν να συνδυαστούν. Η σχέση μας με την κατάληψη είναι ταυτόχρονα εσωτερική και εξωτερική. Όταν πριν μερικά χρόνια είδα τον Luke Ching μαζί με άλλους καλλιτέχνες να κάνουν μερικά «πειρατικά» shows στην Time Square –το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Causeway Bay, στην καρδιά του εμπορίου του Χονγκ Κονγκ, πείστηκα ότι οι στρατηγικές της Καταστασιακής Διεθνούς (ΚΔ) μπορούν να δημιουργήσουν μία νέα πολιτική του χώρου στο Χονγκ Κονγκ. Για εμένα ο Luke Ching σε κάποιο βαθμό είναι καταστασιακός. Δεν θέλω με κανένα τρόπο να προβάλλω τον ρόλο που παίξαμε στην κατάληψη, δεν είναι σημαντικό ζήτημα. Δύο, όμως, είναι τα αδιάψευστα στοιχεία, πρώτον άλλαξε τη χρήση και τον ορισμό της έννοιας του χώρου, και δεύτερον επιχειρεί να αναπτύξει μια κοινότητα που θα έχει διαφορετικά είδη κοινωνικών σχέσεων.

Η κριτική του Guy Debord που βάλει κατά του καπιταλισμού μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια της θεωρίας της αποξένωσης του Μαρξ, ο οποίος στο Das Kapital επισημάνει ότι η απόξένωση δημιουργείται όταν ο εργάτης πουλάει την εργασία του με αντάλλαγμα τον μισθό του και όταν επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση μηχανικά, λειτουργώντας τα μηχανήματα ενός εργοστασίου. Αυτό που ο Debord πρότεινε είναι ότι η αποξένωση συναντάται παντού στην καταναλωτική κοινωνία. Σε εργοστάσια και γραφεία η αποξένωση συνεχίζεται. Μία κοινωνία θεαμάτων έχει δημιουργηθεί για να εξυπηρετήσει την διαδικασία της διακίνησης των αγαθών, η οποία διαρκώς ενισχύεται από την αστραπιαία τεχνολογική εξέλιξη. Θεάματα, κοινώς, είναι οι εικόνες των αγαθών, διαφημίσεις, μέσα, τεχνολογίες, οι οποίες ενσωματώνουν σε αυτά αφηρημένες ιδέες κοινωνικών σχέσεων. Συνήθως όταν κάποιος βλέπει αυτές τις εικόνες δεν αντιλαμβάνεται την διαδικασία παραγωγής που υπάρχει απο πίσω.


Το κλου της φωτογραφίας: μία τράπεζα με συνείδηση.

Αυτό που είναι άμεσα αντιληπτό είναι μόνο επιφανειακές κοινωνικές σχέσεις, για παράδειγμα μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή. Την ίδια στιγμή, αυτές οι εικόνες δημιουργούν τεχνητές ανάγκες και δυσχεραίνουν την εκπλήρωση των πραγματικών αναγκών κάποιου. Η σύγχρονη πολεοδομία συμβάλλει σε αυτό, πχ. η σχεδίαση δρόμων και εμπορικών κέντρων δημιουργούν τρόπους επικοινωνίας που μεγιστοποιούν τις πιθανότητές μας να δούμε αυτές τις εικόνες.  Αποξενωνόμαστε από τις εμπειρίες μας, δηλάδη το χρόνο και τη ζωή μας ως παθητικοί αποδέκτες οπτικών ερεθισμάτων. Αυτό που οι καταστασιακοί προτείνουν είναι η πολιτική του χώρου, δηλαδή η ανάπτυξη των τεχνικών εκείνων που μπορούν να αλλάξουν το χώρο και την επικοινωνία, και να δώσουν στο κόσμο μία νέα αντίληψη για τον τρόπο που ζει και νιώθει.

Η πολιτική του χώρου αυτού του είδους είναι σημαντική για τις αστικές περιοχές του  21ου αιώνα, αλλά στο Χονγκ Κονγκ έχουμε ήδη βρεθεί αντιμέτωποι με αυτή τη κατάσταση εδώ και δεκαετίες. Το Χονγκ Κονγκ είναι μία από τις πιό πυκνοκατοικοιμένες περιοχές του πλανήτη και η κυβέρνηση συχνά καθυστερούσε την εφαρμογή μίας ρεαλιστικής  λύσης, εκχερσώνοντας ξηρά από τη θάλασσα (ας δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην χρήση του όρου «εκχερσώνω»). Το 2010 ο όρος «ηγεμονία των ακινήτων»  ήταν η ατάκα της χρονιάς στο Χονγκ Κονγκ: με την ανοχή της κυβέρνησης οι κτηματομεσίτες θησαύρισαν μέσω περιφράξεων εκτάσεων και κερδοσκοπίας. Στο Χονγκ Κονγκ έχουμε κάτι που ονομάζεται “Tung Fong”, δηλαδή ένα κανονικό διαμέρισμα που διχοτομείται σε πολλά μικρότερα δωμάτια με αυτόνομη τουαλέτα, με το εμβαδό του καθενός να ποικίλλει από ελάχιστα μέχρι και 15 τετραγωνικά μέτρα. Λόγω των χαμηλών ενοικίων, οι περισσότεροι που ζουν εκεί είναι χαμηλόμισθοι και κάθε μέρα πρέπει να διασχίσουν τα εμπορικά κέντρα που είναι χτισμένα πάνω από κάθε υπόγειο σταθμό και να ακολουθήσουν την πορεία που έχει οριστεί από τους αρχιτέκτονες, ώστε τα διαφημιστικά μυνήματα να φτάσουν ως αυτούς με τον πιο αποδοτικό τρόπο. Αν ένας μέσος απόφοιτος πανεπιστημίου αποφασίσει να φύγει από το πατρικό του, το πιο πιθανό είναι να νοικιάσει έναν ανάλογο χώρο. Και στην περίπτωση εκείνη που αποφασίσει να αγοράσει ένα δικό του διαμέρισμα, θα περάσει το επόμενα 30 χρόνια αποπληρώνοντας την υποθήκη. 

Η κυβέρνηση, όμως, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τον πολίτη, δεν αντιμετώπισε την γη σαν κάτι που ανήκει στον κόσμο, αλλά όρισε τον εαυτό της σαν τον απόλυτο διαχειριστή. Το 2009, η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ προχώρησε στην εκκένωση του χωριού Choi Yuen προκειμένου από τη θέση του να περάσουν οι ράγες ενός υψηλής ταχύτητας σιδηρόδρομου, παρά τις διαδηλώσεις και την έντονη κριτική που τους ασκήθηκε. Σύμφωνα με έρευνες, πρόκειται για τον πιο ακριβή κατασκευή σιδηροδρόμου στο κόσμο, το κόστος είναι περίπου 60 δις ευρώ, και στην πράξη μειώνει το χρόνο ταξιδιού μόλις κατά δέκα λεπτά σε σχέση με τις παλιές γραμμές. Όταν το κράτος και οι καπιταλιστές συνομωτούν με σκοπό τη σχηματισμό ενός ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η τήρηση της τάξης σε ένα χώρο αποκτά πολλές παραμέτρους. Ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα είναι τα πάρκα στα οποία συναντά κανείς πολυάριθμους παράξενους κανόνες, για παράδειγμα απαγορεύονται τα παιχνίδια με μπάλα, απογορεται η ποδηλασία κτλ. Έτσι το πάρκο μετατρέπεται σε ένα απλό θέαμα. Ένα πρόσφατο περιστατικό σκιαγραφεί την όλη κατάσταση χαρακτηριστικά. Μπροστά από ένα νέο κυβερνητικό κτήριο υπάρχει μία τεράστια έκταση πρασίνου , η οποία όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος του Χονγκ Κονγκ είναι ανοιχτή για καθε πολίτη της χώρας, αλλά στην πράξη αν κάποιος επιθυμήσει να ξαπλώσει στο γρασίδι δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του, αλλιώς ο φρουρός ασφαλείας θα τον διώξει από το πάρκο. Η διοίκηση, λοιπόν, του χώρου δεν περιορίζεται μόνο στον φυσικό χώρο, αλλά και στον ζωτικό χώρο, δηλαδή τείνει να αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα όντα, σαν εκμεταλλεύσιμα, οικόσιτα ζώα.


Occupy Central στα κινέζικα καλλιγραφικά.

Στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, η εξέλιξη της Καταστασιακής Διεθνούς (ΚΔ) είναι μία απάντηση σε αυτού του είδους τη σχέση, μεταξύ του χώρου και της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ΚΔ θεωρείται ως ένα κίνημα ενάντια στην αποξένωση, όπως πλήρως το περιέγραψε  ο Debord στο «Η κοινωνία του θεάματος», ο Vaneigem στο «Revolution of Everyday Life», και το φυλλάδιο που συντέλεσε στο φοιτητικό κίνημα του ’68 στη Γαλλία «De la misère en milieu étudiant». Η ΚΔ ανέπτυξε διάφορες τεχνικές κατάληψης, έτσι ώστε να φτάσουν σε αυτό που αποκάλεσαν urbanisme unitaire, για παράδειγμα το Dérive, όπου οι συμμετέχοντες περιφέρονται ελεύθερα στον δρόμο, ακολουθώντας τα συναισθήματα, τις αισθήσεις και την ψυχολογική τους κατάσταση. Σε αυτό το σημείο μπορεί κάποιος να κάνει μια φαινομενολογική ανάλυση, ότι οι συμμετέχοντες βάζουν στην άκρη την ρουτίνα της καθημερινότητας που επιβάλλεται από τα θεάματα της πόλης, και χρησιμοποιούν τις δικές τους προσλαμβάνουσες για να επανερμηνεύσουν την έννοια της πόλης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία μίας νέας γεωγραφίας, της ψύχογεωγραφίας. Για παράδειγμα, κάποιος χρησιμοποιεί ένα χάρτη του Λονδίνου στο Παρίσι ή στο Βερολίνο, ώστε να δημιουργήσει μία μορφή που δεν έχει κάποιο σκοπό, ή η μορφή αυτή καθαυτή είναι ο σκοπός. Η ΚΔ ανέπτυξε μία άλλη τεχνική ονόματι Détournement, η οποία επιχειρεί να επανερμηνεύσει μερικά κλασικά έργα τέχνης και εικόνες. Για παράδειγμα, κάποιος αγοράζει ένα φτηνό πίνακα που απεικονίζει τη Notre Dame και κάνει μερικές πινελιές από πάνω ώστε να αλλοιώσει το αρχικό περιεχόμενο. Θα έλεγα ότι κάποιος μπορεί να παραλληλίσει αυτές τις δύο τεχνικές με τις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι διαδηλωτές, ώστε να διαταράξουν τα θεάματα και της μορφές επικοινωνίας τους, με καταλήψεις που μεταμόρφωσαν το χώρο μίας τράπεζας –ένος χώρου σχεδιασμένου μόνο για επιχειρηματίες και υπαλλήλους γραφείου, σε ένα κοινό σημείο στο οποίο μπορεί ο καθένας να έχει προσβαση και να αλλάξει την σημασία του. 

Το Occupy Central είναι μία επαναδιαπραγμάτευση του χώρου, όχι απλώς σε εννοιολογικό επίπεδο, αλλά και σε υλικό, οι καταληψίες για παράδειγμα φυτεύουν λαχανικά, κάνουν ανταλλαγές δώρων,  barbeque, συναυλίες, παραδίδουν δωρεάν μαθήματα και επανεγκαθιστούν την καθημερινότητα στους συγκοινωνιακούς κόμβους. Οι βιβλιοθήκες, οι καναπέδες και η κουζίνα παρουσιάζονται με μία θέρμη που καλωσορίζει τους περαστικούς: νιώστε ελεύθεροι. Σε σύγκριση με άλλα κινήματα κοινωνικής κινητοποίησης, όπως για παράδειγμα τις καμπάνιες ενάντια στην ανάπλαση των υποβαθμισμένων περιοχών, η κατάληψη είναι κάτι το τελείως διαφορετικό. Δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο αίτημα (ή τα αιτήματα του είναι άπειρα), δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο εχθρό, δεν επιβάλλεται ανταγωνιστικά. Είναι ακριβώς αυτό που δεν τράβηξε το ενδιαφέρον των ακαδημαϊκών και των ακτιβιστών. Η κριτική που ασκεί ξεκινά από την καθημερινότητα: μία διαφορετική ζωή είναι επιτεύξιμη. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι οι πολλές ομοιότητες μεταξύ της ΚΔ και των καταλήψεων, τόσο στην αλλαγή των μορφών αντίστασης όσο και στη κριτική άποψη του χώρου. Η ΚΔ δημιουργήθηκε από την καλλιτεχνική avant-garde, συμπεριλαμβανομένων των Ντανταϊστών και των σουρρεαλιστών. Αυτό που οι avant-garde καλλιτέχνες προτείνουν είναι η ολική άρνηση των μορφών της τέχνης, όχι απλά του ύφους, αλλά μάλλον του τρόπου ύπαρξής της. Συνεπώς, τα readymades του Marcel Duchamp είναι μία αλλαγή της μορφής, ασχέτως αν πρόκειται για ένα ουρητήριο, και έτσι ο τρόπος ύπαρξης της τέχνης μεταβάλλεται. Η ΚΔ ξεπερνά την καλλιτεχνική avant-garde, αν και αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο σαν μία καινοτομία που διατηρεί τον ιστορικό της πυρήνα και όχι σαν κάτι που τον απορρίπτει.

Η ομοιότητα των καταλήψεων με την ΚΔ δεν οφείλεται τόσο στο γεγονός ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες είναι καλλιτέχνες, αλλά στο ότι έχουν κοινή αφετηρία, την καθημερινότητα. Γιατί θα πρέπει να υποταχτούμε σε αυτού του ίδους τη ζωή; Γιατί υποφέρει ο κόσμος; Τι μπορούμε να αλλάξουμε; Καταλήγει, λοιπόν,  να είναι ακόμα μία μορφή αντίστασης. Αν αυτή η καταλήψη είναι απλά ένα ακόμα έναλλακτικό lifestyle, τότε δεν χρειάζεται να είναι στριμωγμένη στο πολύβουο και συνωστισμένο Central. Δεν αντιτίθεται σε τίποτα συγκεκριμένο, αλλά μάλλον έχει ένα πιο ριζοσπατικό αίτημα: το πώς θα μπορούσε να προκύψει ένας εναλλακτικός τρόπος να ζει και να αισθάνεται κανείς σε έναν μη-υπαρκτό χώρο. Αυτή ήταν και μία από τις επισημανσεις της ΚΔ, που αναζητά μία καθολική κριτική. Αυτή η κριτική δεν θα βασίζεται σε μία λεπτομερή, απτή, και τυπολατρική διαδικασία (πχ. σαν τον Μπολσεβικισμό), αλλά τις πτυχές εκείνες της καθημερινότητας που το εμποδίζουν από το να εκπληρωθεί. Αυτού του είδους η αμεσότητα, που βασίζεται στην κριτική της καθημερινότητας, την οποία και ονομάζω «ασυνείδησιακή μορφή τέχνης», επίσης σηματοδοτεί  μία νέα σχέση μεταξύ των κινημάτων κοινωνικής κινητοποίησης και της τέχνης. Και ταυτόχρονα προχωρά και σε μία κριτική των παλαιότερων μορφών.

 

 



back to main