The Twice Over Donut Shop 14
Μάκης Παπασημακόπουλος

Εφημερίδαι Σκόρπιαι.

Και αναβοσβάει ο κέρσορας. Μέρες, εβδομάδες ολάκερες. Και κάθε αναβόσβα να είναι σαν πινακίδα με νέον από αυτές που λένε «Πατσάς – Γίδα Βραστή – 24ωρο», μόνο που η δικιά μου λέει «Μαλάκας – Άχρηστος – 24ωρος». Η αλήθεια είναι πως δεν έχω δει ποτέ πινακίδα για πατσατζίδικο να αναβοσβήνει με λαμπάκια αλλά ξέρετε τι σας λέω.

Καμιά φορά του μιλάω. Του κέρσορα. Τι κάνεις του λέω, πως πάει, εδώ μωρέ ξέρεις τα κλασσικά, αναβοσβάω. Και μετά κάνω πως δεν τον βλέπω και κάθομαι στο μπαλκόνι και χαζεύω τους απέναντι. Εψές, στο μπαλκόνι του τριτοροφικού απεναντίου, είχαν βγει τέσσερα σκασμένα και πετάγανε ό,τι έβρισκαν εντός της οικίας στους από κάτω. Παπούτσα, φημερίδαι, ένα τάπερ, μια μπάλα ξεφούσκωτη, κι άλλαι εφημερίδαι και δώστου να τσιρίζουνε λες και έκαναν το καλύτερο πράμα στον κόσμο. Και όλα ξανθομπάμπουρα εντωμεταξύ σαν Σουηδά, αλλά όχι, γιατί ποιος Σουηδός μεταναστεύει από την Σουηδία στον Άγιο Ελευθέριο, δια να ζει πάνω από τα φωτογραφικά είδη του Ν. Γαρτανάκου και απέναντι από το συνεργείο του Γ. Ζουράμη (τα ονόματα έχουν αλλαχτεί για να προστατευτούν οι αθώοι), αυτό που είναι το αφεντικό ντεμί ανάπηρος και οι βοηθοί του είναι ένας χοντρός αργόμυαλος και ένας κοτσίδας χωρίς δόντια.

Και το ένα από τα κουτσούβελα να είναι και δέκα πόντους όλο κι όλο, σαν μπαρμπούνι με βερμούδα και να έχει πιαστεί πάνω στο κάγκελο και δώστου να πηδάει πάνω κάτω και να ουρλιάζει σαν τους Απάτσι και δώστου να αμολάει εφημερίδαι. Εγώ σκεφτόμουνα ότι θα ήταν ωραίο να δώσει και να αμολήσει για κάτω, μικρό σχετικά το κακό, τρεις όροφοι είναι, δεν θα πεθάνει κιόλας, το πολύ να σπάσει κανένα ποδάρι, άσε που παίζει να πάρει καμιά τέντα και να την γλυτώσει με μώλωπες. Για το θέαμα δηλαδή το σκέφτηκα, όχι και πώς να ψόφαγε θα είχα καμιά κάψα. Θα γινότανε και θέμα στην γειτονιά, σαν τις προάλλες που σταματήσανε κάτι Πακιστο-ιρακινο-κούρδους (ήταν σκούροι σε κάθε περίπτωση και όχι από παραλία) εδώ από κάτω κάτι παπιόμπατσοι και ο ένας παπιόμπατσος βαρέθηκε τους σκούρους και χάζευε το αμάξι μου, όχι επειδή ήταν καμιά κούρσα τσίλικια, αλλά επειδή είχε απάνου μια κλήση από την Καρύτση και μετά πήγα εγώ να ξεπαρκάρω και μου λέει «γιατί έχεις κλήση από την Καρύτση» και του λέω γιατί δεν πέρασα από την Μαβίλη και δεν το κατάλαβε και με κοιτούσε καλά – καλά και με έφερε δίπλα στους σκούρους για εξακρίβωση και τώρα όλη η γειτονιά νομίζει ότι κάνω λαθρεμπόριο ή/και γυρίζω τσόντες με ιρακινο-πακιστανο-κούρδους.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά και μετά σκέφτομαι που πέρασα τις προάλλες από τον χασάπη που ήταν ψιλικατζής πριν και είχε πυρηνικές μασχάλες και μου λέει «καιρό έχεις να περάσεις» λες και ήταν καμιά τσατσά και εγώ είχα καιρό να περάσω να του γαμήσω τα μπον φιλέ.

Σκόρπια όλα. Σαν το ρύζι που μου χύθηκε χθες και τελικά δεν έφαγα πιλάφι και πήρα σουβλάκια. Έτσι πάει. Να θες να φας φτηνά και σπιτίσα και ο Θεός να σου τα πηδάει όλα. Βοήθειά μας.



back to main