Ρούχα made in l.a. (laiki agora)
Φιλίππα Δημητριάδη

Είναι τα ρούχα των τριών ευρώ αναγκαίο «κακό» ή το νέο τρεντ;

Τι ρωτούσε το (όχι και τόσο) παλιό λαϊκό άσμα; «Που ’σουνα μωρό μου εχθές που σε πήρα οκτώ φορές και δεν ήσουνα εκεί; -Είχα πάει λαϊκή!». Όμως δε γύρισα σπίτι με τσάντες γεμάτες ζαρζαβατικά, αλλά με ρούχα, καθότι η κλασική λαϊκή αγορά έχει μετατραπεί πλέον σ’ ένα μεγάλο παζάρι, όπου βρίσκεις είδη ρουχισμού κάθε είδους, σε εξευτελιστικές τιμές. Το σίγουρο είναι ότι οι τσάντες της τραγουδίστριας που απαντούσε αυθόρμητα και αφελώς στην ερώτηση του Δήμου Μυλωνά είχαν μόνο φρούτα και λαχανικά. Τότε δεν είχαν αρχίσει ακόμα η αστική τάξη τα γιουρούσια στις λαϊκές για να γεμίσει τις ντουλάπες.



Το φαινόμενο δεν είναι ακριβώς νέο, πάντα έβρισκες ρούχα στη λαϊκή, αυτό που συμβαίνει όμως τον τελευταίο καιρό είναι κάτι πρωτοφανές, τουλάχιστον για τις λαϊκές του κέντρου. Εκεί που οι πάγκοι με τα ρούχα περιορίζονταν στο τέλος ή στην αρχή της λαϊκής και ήταν ελάχιστοι, ξαφνικά άρχισαν να πληθαίνουν και σε μερικές αγορές η εικόνα θυμίζει πια το παζάρι του Ορχομενού: κιόσκια σκεπασμένα με μουσαμά, τεράστιοι πάγκοι με πολύχρωμες στοίβες και πραματευτάδες που παράτησαν τα λαχανικά και εμπορεύονται ρούχα [τα προμηθεύονται πιο φτηνά και δεν μαραίνονται]. Η ανηφόρα στη λαϊκή της Καλλιδρομίου πριν από ένα χρόνο είχε ελάχιστους πάγκους, κυρίως με ρόμπες της γιαγιάς, κάλτσες και βρακιά, σήμερα απλώνονται σε αρκετά μέτρα εκατέρωθεν του δρόμου και σου δίνουν τη δυνατότητα να φτιάξεις ολόκληρη την γκαρνταρόμπα σου. Με είκοσι ευρώ.


 
Το ζήτημα είναι ότι μέχρι πρόσφατα η «μόδα λαϊκής» απευθυνόταν κυρίως σε ανθρώπους χαμηλών εισοδημάτων που δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν πιο ακριβά ρούχα. Στους πάγκους έβλεπες να ψαχουλεύουν κυρίως γιαγιάδες και αλλοδαπές κυρίες (από ανάγκη) αλλά και κάποιες νεότερες σε ηλικία (από περιέργεια, μπας και πετύχουν κανένα φτηνό κομμάτι της προκοπής). Τον τελευταίο καιρό, ρούχα από τη λαϊκή αγοράζει όλο και περισσότερος κόσμος, κάθε ηλικίας, χρώματος και εθνικότητας, αλλά κυρίως Έλληνες που κάποτε αποτελούσαν τη μεσαία τάξη. Κάποτε.
Τώρα που τη μεσαία τάξη έχουν βαλθεί να την εξαφανίσουν, η «μόδα λαϊκής» έχει γίνει κάτι σαν αναγκαίο κακό. Και τα ρούχα που βρίσκεις δεν περιορίζονται πλέον στην κολεξιόν της ηλικιωμένης [ρόμπα-κάλτσα και κιλότα με λάστιχο], αλλά έχουν αποκτήσει τέτοια ποικιλία που θα ζήλευε και ο ζάρας και ο εϊτσενέμ. Μπλούζες, ζακέτες και κολάν με τρία ευρώ το κομμάτι, πλεχτά με έξι και μπουφάν-παλτό με δέκα, σε πάγκους-μεγαλοκαταστήματα. «Ό,τι πάρεις τρία ευρώ», διαλαλεί το αφεντικό του πάγκου στη λαϊκή της Νέας Ζωής, Παρασκευή μεσημέρι, με τις γυναίκες να συνωστίζονται γύρω του, ψαχουλεύοντας τις στοίβες με τα ρούχα. Η προφορά του δείχνει ότι δεν είναι ελληνικής καταγωγής, οι ατάκες που λέει όμως στις πελάτισσες που τραβούν με ενθουσιασμό το «εύρημά» τους απ’ τους σωρούς είναι «θανατηφόρες» και έχει ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Είναι λίγο πριν τις τρεις, ο Πακιστανός βοηθός του έχει αρχίσει και πακετάρει άτσαλα, στριμώχνοντας τις μπλούζες και τα κολάν σε πλαστικές σακούλες. Παρόλο που γύρω του επικρατεί πανικός, δέχεται να λύσει τις απορίες μου, αφού πρώτα πρέπει να υποστώ το κόρτε και τα πειράγματά του.
Από πού εισάγετε τα ρούχα σας;
Από Ιταλία.
Γιατί στην ετικέτα λέει made in China;
Εκεί φτιάχνονται (συνωμοτικά, κουνώντας μόνο τα χείλη).
Γνωρίζετε σε τι συνθήκες φτιάχνονται;
Όχι, τα παίρνω μέσω προμηθευτή.
Τα αγοράζετε με το κιλό ή με το κομμάτι;
Με το κομμάτι.
Πόσο πάει;
2,20 με 2,30 ευρώ το κομμάτι.
Πόσο είναι το δικό σας καθαρό κέρδος, δηλαδή;
Γύρω στο 25%.
Τι ηλικίες συνήθως προσεγγίζουν τον πάγκο σας;
Από 20 μέχρι 60 βάλε!
Έρχεται και «καλός» κόσμος;
Συνήθως μόνο νοικοκυρές.
Έχετε δει την πελατεία σας ν’ αυξάνεται εν μέσω κρίσης, λόγω του χαμηλού κόστους του εμπορεύματός σας;  
Όχι! Το ίδιο με πριν μη σου πω και λιγότερο. Έχουμε πέσει τελευταία γενικά!
Σε πόσες λαϊκές ξεπουλάτε το εμπόρευμά σας;
Σε έξι.
Γιατί δεν φέρνετε και αντρικά ρούχα;
Ποιος άντρας θα έρθει στη λαϊκή μωρέ;

Σημεία των καιρών. Δεν άλλαξε μόνο ο αριθμός και η ποικιλία των ρούχων που πετυχαίνεις στη λαϊκή, άλλαξε και η σύσταση του κόσμου που τα αγοράζει. Οι ορδές των γυναικών που πέφτουν μια φορά την εβδομάδα πάνω στους πάγκους με μανία, προς αναζήτηση του μικρού προσωπικού τους θησαυρού, είναι πια από καλοβαλμένες συνταξιούχες κυρίες και εργαζόμενες που είδαν τις αποδοχές τους να συρρικνώνονται, μέχρι νοικοκυρές και νεαρά κορίτσια που προσπαθούν να είναι trendy με ελάχιστα ευρώ. Και μπορεί τα ρούχα που πετυχαίνεις να μην είναι για όλα τα γούστα και για όλα τα στυλ, το all mixed up στυλ που επιβάλλει η εποχή και οι ανάγκες της όμως (κάτι φτηνό, κάτι ακριβό, κάτι παλιό και κάτι νέο, όλα σε έναν στυλιστικό αχταρμά) «απενοχοποιούν» ακόμα και το πιο ευτελές.
Αυτά που πετυχαίνεις με τρία ευρώ είναι από cult ενδύματα μιας «ξένης» αισθητικής, που θυμίζουν κάτι από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, μέχρι προσεγμένα κομμάτια που όμοιά τους συναντάς στις βιτρίνες των μεγάλων ισπανικών αλυσίδων που έχουν κατακλείσει την αγορά. Μπορεί να φαντάζει περιθωριακό. Μόνο που στη λαϊκή, πέρα απ’ το χαμηλό κόστος που από μόνο του είναι ένα ισχυρό κίνητρο, το shopping γίνεται περιπέτεια. Μπορεί ξαφνικά να βρεθείς να τραβάς το ίδιο μπλουζάκι με μια ηλικιωμένη κυρία που αρνείται πεισματικά να τ’ αφήσει κάτω, ή να χρειαστεί να χαμογελάσεις ευγενικά στον έμπορο που σου πλασάρει το εμπόρευμα του μέσω του φλερτ!
Παρακάτω μιλάω με έναν άλλο έμπορο. Αυτός πουλάει πιο καλά υφάσματα και πλεχτά. Ίδια και απαράλλαχτα με αυτά των κινέζικων του Μεταξουργείου, ή με των «φτηνών» αλυσίδων ρουχισμού. Τα πουλάει μέχρι δεκαπέντε ευρώ, με εξαίρεση μια μαύρη καπαρντίνα φοδραρισμένη με μοτίβο αλά Burberry. «Αυτή κάνει τριάντα», μου λέει και εξηγεί σκεφτικός πως στην λαϊκή ο κόσμος ακούει το ποσό και φρίττει, «προτιμώντας να σπαταλά λεφτά σε χαζομάρες, παρά σε κάτι ποιοτικό. Τα περισσότερα είναι ίδια με πολλών μαγαζιών. Τα καρτελάκια αλλάζουν, βάζουν και μια ετικέτα και τα πουλούν στα μαγαζιά. Μην γελιέσαι, ίδια ποιότητα είναι», μου λέει.
Τον ρωτάω «η οικογένεια ψωνίζει από εσάς»; «Η δική μου; Εννοείται, και η γυναίκα και η κόρη» απαντά.

Αφού έμαθα όσα έπρεπε να ξέρω, πρόσθεσα στην γκαρνταρόμπα μου μερικά κομμάτια που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απ’ τα ρούχα βιτρίνας! Δεν παύω όμως να αναρωτιέμαι αν άλλες κοπέλες της ηλικίας μου θα καταδέχονταν ποτέ να ψωνίσουν απ’ τη λαϊκή. Γι αυτό και ρώτησα τρεις από τις φίλες μου:
Θα ψώνιζες ποτέ ρούχα απ’ τη λαϊκή;
Μ: Ναι, το έχω κάνει και στο παρελθόν.
Π: Ναι, γιατί όχι.
Σ: Ναι.
Δηλαδή δεν το θεωρείς περιθωριακό να ψωνίζεις ρούχα με 3 ευρώ;
Μ: Όχι, ειδικά στις εποχές που ζούμε το θεωρώ έξυπνη κίνηση.
Π: Όχι.
Σ: Όχι.
Από ποια καταστήματα ψωνίζεις συνήθως;
Μ: Zara, H&M, Pull and Bear και γενικά απ’ αυτά ξέρεις.
Π: Pull and Bear, H&M και απ’ όλες αυτές τις Ισπανικές αλυσίδες γιατί έχουν σχετικά φθηνά ρούχα.
Σ: Zara, Pull and Bear, H&Μ κυρίως και από vintage shops.
Βλέπεις διαφορά στην ποιότητα;
Μ: Καμία, μη σου πω ότι είναι και καλύτερα. Πολλά μου έχουν κρατήσει περισσότερο από ρούχα μαγαζιού.
Π: Μπορώ να πω ότι μου φαίνονται ίδια.
Σ: Όχι, αν και εξαρτάται απ’ το κομμάτι νομίζω.
Πριν από 3-4 χρόνια θα φανταζόσουν ότι θα ψώνιζες ρούχα απ’ τη λαϊκή;
Μ: Ναι, γιατί όπως είπα το ‘χω ξανακάνει.
Π: Πριν από 3 χρόνια όχι, γιατί δεν ήξερα πως υπάρχουν τόσο φθηνά ρούχα.
Σ: Ναι, απλά δεν φανταζόμουν ποτέ την τόση ποικιλία.



Προφανώς, καμία από όσες φεύγουν απ’ τη λαϊκή με την τσάντα γεμάτη μπλούζες και πουλοβερο-φορέματα των τριών και των έξι ευρώ δεν δίνει μία για τον τρόπο που ράβονται, το πραγματικό τους κόστος και για το πώς τα αγοράζουν οι λαϊκατζήδες από τον εισαγωγέα [με το κομμάτι, το κιλό ή τον τόνο]. Σημασία έχει ότι το φτηνό ρούχο μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους και να τους επιτρέψει να την βγάλουν καθαρή σε εποχές οικονομικής στενότητας.
Όσο για την έκρηξη των κινέζικων ενδυμάτων που χαντάκωσε τις ελληνικές βιοτεχνίες και γέμισε την αγορά με πάμφθηνα ρούχα κακής ποιότητας, αυτή τη στιγμή τους δίνει τη χαριστική βολή.



back to main