Spin it round!
the ough! team

Ο Κώστας Μουγγολιάς είναι ο μοναδικός Έλληνας σβουροποιός. Και άλλα πολλά.

Στο εργαστήριό του –που θυμίζει του Αη Βασίλη- ετοιμάζει παιγνίδια από το παρελθόν, σβούρες, τάκα τάκα και γιογιό, γεμάτα αναμνήσεις για όσους πρόλαβαν να τα ζήσουν. Για τους νεότερους είναι απλά διαχρονικά παιχνίδια με γούστο και υψηλή αισθητική που τους φέρνουν σε επαφή με κόσμους που έχουν αλλάξει.

Το σβουροποιείο «Αεικίνητον» που επισκεφτήκαμε τη Δευτέρα το απόγευμα, είναι γεμάτο από χιλιάδες σβούρες. Μικροσκοπικές, μικρές, μεγάλες, τεράστιες. Το όμορφο φυλλαδιάκι-μινιατούρα που τις συνοδεύει μιλάει για «μια αναπαράσταση, μια μικρογραφία του φυσικού κόσμου. Ο πλανήτης, ο γαλαξίας μας, το σύμπαν το ίδιο περιστρέφονται μέσα σε μια αέναη κίνηση στον χώρο και στον χρόνο και η σβούρα μπροστά στα μάτια μας μιμείται για λίγα λεπτά την κοσμική δίνη». Ο Κώστας Μουγγολιάς παλιότερα ήταν αρχαιολόγος, σήμερα είναι σβουροποιός και μουσικός –την ώρα του καφέ μας μίλησε για το τελευταίο του ταξίδι σε ένα φεστιβάλ της Ιρλανδίας όπου έλαβαν μέρος παίζοντας γκάιντες.

Την ώρα που η Μαντώ φωτογραφίζει ασταμάτητα το εργαστήριο και τα παιχνίδια, ο Κώστας μας μιλάει για τον τρόπο που κατέληξε να φτιάχνει σβούρες εδώ και μερικά χρόνια.

«Γεννήθηκα στο Κερατσίνι, στον Πειραιά, όπου έμεινα μέχρι την πρώτη δημοτικού και μετά, λόγω συνθηκών οικογενειακών, βρέθηκα σε ένα χωριό των Καλαβρύτων, στη Σκοτάνη», λέει. «Μεγάλωσα εκεί με τον παππού μου και τη γιαγιά μου, δηλαδή απ' τις αλάνες του Κερατσινίου βρέθηκα στα γίδια, κυριολεκτικά. Σε ένα δωμάτιο χωρίς ρεύμα, με γάτες, κότες και τη λάμπα πετρελαίου. Με τα γαλάρια, τυροκομεία κι όλα αυτά. Δεν μέναμε σε κανέναν οικιστικό ιστό, μέναμε μόνοι μας μέσα στο δάσος, μαζί με τα ζώα, γεννούσαν τα γίδια μέσα στο σπίτι. Πήγα εκεί σχολείο, στο μονοθέσιο. Η ζωή μου άλλαξε πάρα πολύ, ο παππούς μου ασχολιόταν με τα ξύλα και τις γκλίτσες κι εκεί είχα την πρώτη επαφή με το υλικό. Με τον σουγιά άρχισα να σκαλίζω κι εγώ διάφορα μικροαντικείμενα».

«Στην Αθήνα επέστρεψα στην πρώτη γυμνασίου, προσγειώθηκα στη Νέα Φιλαδέλφεια σε ένα δυάρι. Κι επειδή δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω στον δρόμο, να περάσω απέναντι, με έγραψαν σε ιδιωτικό. Ερχόταν το σχολικό, μ' έπαιρνε και με πήγαινε. Μετά το σχολείο πήγα στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσω αρχαιολογία. Δούλεψα στη Μακεδονία σε διάφορες ανασκαφές, κι ύστερα έφυγα για Ιταλία -άσχετο με αρχαιολογία- γιατί έπαιζα και μουσική. Έχουμε ένα συγκρότημα με γκάιντες και τέτοια. "Αλιστράτα" λέγεται».

«Μεγάλωσα με πρότυπα τον Άρη Βελουχιώτη, τον Καραϊσκάκη και τους δυο παππούδες μου, ο ένας Μικρασιάτης, μουσικός, και ο άλλος αντιστασιακός. Μεγάλωσα με αυτούς βασικά. Σε όλο το δημοτικό τελείωσα τους Ρώσους κλασικούς, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι και Καζαντζάκη. Θυμάμαι ότι στο χωριό έπαιρνα από τη δανειστική βιβλιοθήκη κάτι βιβλία από τις εκδόσεις Σωτήρ, θρησκευτικά βιβλία προπαγάνδας, που έγραφαν ιστορίες για εγκαταλελειμμένα παιδιά. Μια βραδιά άνοιξε ο παππούς μου ένα βιβλίο, είδε να γράφει για ληστοσυμμορίτες και το πέταξε στη φωτιά. Ήταν γενικός γραμματέας στο κομμουνιστικό κόμμα της περιοχής! Το πρωί που ξύπνησα είδα δίπλα μου την Αναφορά στον Γκρέκο. Ανοίγω την πρώτη σελίδα και θυμάμαι που έγραφε "Σκύβω μέσα μου κι ανατριχιάζω", η πρώτη κουβέντα. Πήγαινα τρίτη δημοτικού όταν έμαθα τον Καζαντζάκη.

Ταξίδεψα δυο χρόνια στον δρόμο σε όλη την Ευρώπη, με το σάζι, από μέρος σε μέρος, με βάση τη Σαρδηνία. Στη συνέχεια πήγα στο Σινά, έζησα σε μοναστήρι για έξι μήνες. Πέρασα μια φάση τέτοια, φλέρταρα με την καλογερική. Πήγα και στο Άγιον Όρος και μετά επέστρεψα, δούλεψα πάλι σε ανασκαφές.

Για κάποια περίοδο έμεινα απλήρωτος για έξι μήνες,, έτσι αποφάσισα να σταματήσω τη δουλειά του αρχαιολόγου. Τα παράτησα. Επέστρεψα στην Αθήνα, δούλεψα σε διάφορες δουλειές, αλλά πάντα είχα πρόβλημα με τα αφεντικά, συγκρουόμουν, δεν μπορούσα να στεριώσω. Σε μια δόση ένας θείος μου που είχε τόρνους έφτιαξε κάτι σβούρες, τις πήρα, βγήκα σε ένα πανηγύρι, τις πούλησα όλες με το που τις έβγαλα, κι έτσι ξεκίνησα. Για ένα αστείο.

Αποφάσισα να το φτάσω στο απόγειο το πράγμα, να κινηθώ στο ίδιο σημείο σε βάθος. Έτσι μπήκα στα περιστρεφόμενα αντικείμενα. Είχε προηγηθεί και μια επίσκεψη στην Τουρκία με δερβίσηδες και με περιδινήσεις. Γενικά, η περιστροφή με τράβαγε. Έτσι άρχισα, πουλώντας στον δρόμο. Η ζωή μου ήταν αυτή. Πούλαγα με το σταντ που λύνεται και μπαίνει σε ένα βαλιτσάκι μικρό και με κυνήγαγε η αστυνομία.

Μετά έφτιαξα το εργαστήριο και συνεχίζω αυτό το πράγμα. Η σβούρα υπάρχει σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, σε όλες τις χώρες, είναι ένα παιχνίδι πρωταρχικό. Στην Αφρική παίζουν με έναν καρπό που τον γυρνάνε, αλλά η πρώτη αναφορά είναι στον Όμηρο. Την έλεγαν στρόμβο, στρόβιλο ή βέμβυκα. Στην Ελλάδα του 20ού αιώνα γνώρισε τη χρυσή της εποχή τη δεκαετία του '50 και του '60. Σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Συλλέγοντας λαογραφικό υλικό από ολόκληρη την Ελλάδα, προσπάθησα να συνθέσω τη σβούρα όπως την έφτιαχναν οι παλιοί. Στην παραδοσιακή απαραίτητο συμπλήρωμα είναι το σχοινί και η δεκάρα, που είναι ελληνικής κατασκευής. Στη σβούρα από ελιά χρησιμοποιείται αυθεντική "γαρυφαλλόπροκα" από τα στρατιωτικά άρβυλα, την οποία στις δεκαετίες του '50 και του '60 έβαζαν τα παιδιά για καρφί στις σβούρες τους. Έχω κάνει άπειρα ταξίδια σε ολόκληρη την Ελλάδα για να τις μαζέψω. Κατασκευάζουμε επίσης σβούρες από άλλα μέρη του κόσμου, τον "δερβίση", τη "χορεύτρια" και τη "βασίλισσα", που είναι σβούρες με υποστήριγμα. Επίσης, δίδυμες σβούρες.

Συνεργάζομαι με μια ομάδα ανθρώπων που κάνουν διαφορετικά πράγματα, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου. Από το ξυλουργείο στον τόρνο, μετά ζωγραφίζονται, λουστράρονται. Η περιστροφή είναι κάτι δύσκολο, κάτι απόλυτο, πρέπει να είναι τέλεια φτιαγμένα τα πράγματα για να γυρνάνε.

Οι πελάτες μας είναι συλλέκτες, μεγάλης ηλικίας, που έζησαν τη σβούρα τις περασμένες δεκαετίες. Τις παίρνουν ως αισθητικό αντικείμενο, βασικά. Οι τιμές τους ξεκινούν από 2 ευρώ μέχρι 1.000, συνήθως από 10 μέχρι 50. Είναι ένα αντικείμενο που σε ωθεί να το συλλέξεις.

Είμαι περήφανος γιατί ξεκίνησα το '99 με 200 χιλιάρικα δανεικά και έγινα αυτάρκης. Πήρα ένα πράγμα μηδαμινό και το έκανα μεγάλο. Καβάτζαρα ένα βουνό που το είχα κληρονομήσει και τώρα περπατάω στις κοιλάδες. Πριν από πέντε μήνες γεννήθηκε ο γιος μου και καταφέρνω να τα βγάλω πέρα μια χαρά. Θα ήθελα μόνο να μάζευα τον χρόνο που σπατάλησα από δω κι από κει στον δρόμο και στην αλητεία για να κάνω πιο δημιουργικά πράγματα...».

Λίγο πριν φύγουμε, μας ξεναγεί στο εργαστήριό του και μας δείχνει μερικά από τα παιχνίδια που υπάρχουν γύρω μας:

Σβούρα Παραδοσιακή

Η χρυσή εποχή για τη παραδοσιακή σβούρα είναι το ’50 με το ’60. Το ’70 αρχίζει ξαφνικά να χάνεται. Ήταν ομαδικό παιχνίδι, παιζόταν σε αλάνες. Απαιτεί μια δεξιότητα που έχει χαθεί τελείως απ’ την Ελλάδα αυτά τα χρόνια. Όσοι είναι κάτω από 35, ούτε καν ξέρουν τι είναι. Όσοι είναι πάνω από 50,  και ιδίως από κάποιες περιοχές της Ελλάδας όπως η Θεσσαλία ξέρουν και ρίχνουν καλά. Στο εξωτερικό όμως, υπάρχει. Ένας Ισπανός 20 χρονών ρίχνει σβούρα. Υπάρχει σε διάφορα είδη και μεγέθη: μπάφα, καμπανέλα, τζιτζιλόνι κ.α. Είναι το μόνο παιχνίδι που υπάρχει σε όλες τις γλώσσες, ακόμα και σε αφρικάνικες διαλέκτους. Είναι πρωταρχικό.

Σβούρα Μαγική

Στηρίζεται σε ένα φυσικό φαινόμενο που λέγεται κλονισμός. Την ανακάλυψε το 1890 μια Αμερικανίδα και την πατένταρε. Έληξε η πατέντα και το 1950 την ξαναανακαλύπτει ένας Δανός μηχανουργός, τη πουλάει στη Kellogg’s και γεμίζει όλος ο πλανήτης με αυτές τις σβούρες που έμπαιναν σαν δωράκι στα προϊόντα της εταιρίας.

Γιογιό

Ένας άνεργος τύπος, ο Duncan έκανε βόλτα στο παζάρι και είδε έναν Φιλιππινέζο να παίζει με ένα γιογιό. Στις Φιλιππίνες υπήρχε ήδη σαν παιχνίδι και σαν όπλο, αλλού δεν ήταν γνωστό. Το αγόρασε για ένα δολάριο και έπειτα πούλησε τόσα γιογιό όσο η πυραμίδα του Χέοπα. Έγινε πάμπλουτος.

Σβούρα Χορεύτρια

Ανήκει στην παράδοση της κεντρικής Ευρώπης. Τις βρίσκεις στη Τσεχία, στη Γερμανία κ.α. Είναι σβούρα με υποστήριγμα.

Σβούρα Κόμα

Σβούρα σε γιαπωνέζικο στυλ. Οι καλόγεροι του ζεν τις γυρνάνε πάνω στα σπαθιά.

Ίυγγα

Αρχαιοελληνικό αντικείμενο που συνδέεται με την ερωτική μαγεία. Ο μύθος λέει ότι η Ίυγξ ήταν νύμφη, κόρη του Πάνα και της Ηχούς, που με τα τραγούδια της σαγήνευε τον Δία ωθώντας τον να ερωτευτεί την Ιώ. Έτσι η Ήρα από τη ζήλεια της τυφλωμένη τη μεταμόρφωσε στο πουλί σουσουράδα. Ένας άλλος μύθος λέει ότι ο Ιάσονας ήθελε να ελκύσει την αγάπη της Μήδειας, με την ερμηνεία της θεάς Αφροδίτης, έδεσε μια σουσουράδα πάνω σε ακτινωτό τροχό και τον περιέστρεφε τραγουδώντας μαγεμένα λόγια. Έτσι καθιερώθηκε η σουσουράδα ως σύμβολο της ερωτικής μαγείας. Αργότερα το όνομα Ίυγγα κατέληξε να υποδηλώνει τον ίδιο τον περιστρεφόμενο τροχό.

Πάρτα Όλα

Η συγκεκριμένη είναι αντίγραφό από ένα εγγλέζικο «Πάρτα Όλα» του ’20. Είναι η μόνη σβούρα που τη βαραίνει μια κακιά φήμη. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ποινικοποιήθηκε στην Ελλάδα ως τυχερό παίγνιο, γιατί στήνονταν τραπέζια με αυτή. Παίζεται την Πρωτοχρονιά.

Τάκα τάκα

Ήρθε στην Ελλάδα το ΄72. Έκανε πολύ θόρυβο και χτυπούσες τους καρπούς σου γι αυτό και απαγορεύτηκε επίσης κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

«Χρησιμοποιούμε ελληνικό ξύλο, οξιά Φλώρινας και ελιά απ’ τη Μυτιλήνη», μας λέει. «Το ξεχονδρίζουμε και το βάζουμε στον τόρνο. Στοκάρεται, ζωγραφίζεται, λουστράρεται, ζωγραφίζεται, μπαίνουν τα σχοινιά»…

Το Σβουροποιείον Αεικίνητον είναι στη Φιλαδέλφεια, Εφέσσου 30, 210 2586852.

 www.aeikiniton.gr



back to main