Οι άγιοι της Μεγάλου Αλεξάνδρου
Χαρίλαος Τρουβάς

Η Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες δρόμους της Αθήνας. Αν ήταν τραγούδι, θα ήταν το Ολαρία Ολαρά του Σαββόπουλου. 

Ξεκινάει από την πλατεία Καραϊσκάκη, τέμνει την Ιερά Οδό και καταλήγει στις ράγες της Κωνσταντινουπόλεως, συνδέοντας έτσι δύο σταθμούς του μετρό, Μεταξουργείο και Κεραμεικό, και ενώνοντας όχι δύο, αλλά περισσότερους κόσμους. Είναι ένας δρόμος με γιαπιά κι ερείπια, νεοκλασικά και πολυκατοικίες, πορνεία και σχολεία, εμπορικά και δημόσιες υπηρεσίες, σούπερ μάρκετ και ψιλικατζίδικα, αράβικα καφενεία και εναλλακτικά μπαρ, σαντουιτσάδικα και ρεστοράν, μεζεδοπωλεία και χώρους τέχνης, όπου κυκλοφορούν κάτοικοι κι επισκέπτες, θαμώνες και περαστικοί, εργάτες και φοιτητές, μετανάστες και τουρίστες, λαός και κολωνάκι. Ένας δρόμος με πολλή κίνηση, πολλή ζωή και πολλή αμαρτία. Έχει όμως και τους αγίους του.

Φωτο:Axis Ataxis

Τους πέτυχα ένα απόγευμα στο νούμερο 111, στο μεζεδοπωλείο Σαλαντίν. Ήταν εκεί ο Σιμόν Μπολιβάρ, ο Φράνκ Ζάππα, η Κιού Τζίν κι ο Σαλαντίν αυτοπροσώπως. Σε ένα τραπέζι καθόταν κι ο εμπνευστής και δημιουργός τους, ο Γιάννης ο Γίγας. Πιάσαμε την κουβέντα.

«Πήγαινα μικρός στις καλόγριες για αγγλικά. Καλά αγγλικά δεν έμαθα, έμαθα όμως σχέδιο παρατηρώντας τα μάτια, τις μύτες των αγίων. Από 14 χρονών ήξερα τι θα γίνω». Μετά ήρθε η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. «Ανήκω στην ομάδα Καρατρανσαβαντγκάρντια. Οι ακραίες αντιθέσεις και η σύνθεσή τους ήταν ο χώρος μας. Πολιτικά, η αυτοδιάθεση, η αυτονομία και τα λοιπά. Είχα μεγάλο ενδιαφέρον να συνθέσω την παράδοσή μας, την οποία έχω σε μεγάλη εκτίμηση, γιατί πιστεύω ότι η ελληνική παράδοση είναι το μοντέρνο των τελευταίων τριών χιλιάδων ετών. Αυτός ο τόπος έχει τρομερή δυναμική. Δεν το αποδίδω μόνο στο φως και στις κλιματικές συνθήκες, αλλά και σε ένα πνευματικό εύκρατο κλίμα. Αλλά αυτοί που θα έπρεπε να αναλάβουν αυτή τη δυναμική και να την εξακοντίσουν μακρύτερα δεν το κάνουν».

Ο Τσε Γκεβάρα, ο Ρόαλντ Αμούδσεν, ο Ερρίκος Φορντ, ο Τέρρυ Φοξ, ο Μαχάτμα Γκάντι με τη Φουλάν Ντέβι, ο Χοκουσάι, ο Γεώργιος Καστριώτης, ο Πατρίς Λουμούμπα, ο Χοσέ Μαρτί, ο Αλβέρτος Σβάιτσερ, οι δέκα Ιρλανδοί Μάρτυρες, ο Λέων Τολστόι, η Τρουγκανίνι, ο Μαρκ Τουαίην, ο Αιμιλιανός Ζαπάτα, ο Ιωάννης Κας, ο Καμίλο Σενφουέγος, ο Κυριάκος Μάτσης, οι εννέα Κύπριοι μάρτυρες καθώς και οι άγιοι που διακοσμούν το μαγαζί αποτελούν τη συλλογή Πρόσωπα που δουλεύει μαζί με τη σύντροφό του Πέγκυ Κούβαρη τα τελευταία χρόνια.

Η ιδέα γεννήθηκε όταν κάποτε αγιογραφούσε ένα ναό στην Ήπειρο. «Πονούσα πολύ, είχα νάρθηκα και στα δύο πόδια, και μες στο κρύο δούλευα στον τρούλο ένα πολύ απαιτητικό θέμα, τον Αίνο. Ήμουν προδομένος από φίλους και συνεργάτες, κλεμμένος, κακοπληρωμένος, παρ’ όλ’ αυτά έβγαλα ένα από τα καλύτερα έργα μου. Με όλη την Κτίση και όλα τα Έθνη να δοξάζουν το Χριστό, σκέφτηκα ότι όλοι αυτοί που κουβαλήσαν σταυρό ακόμα κι αν δεν το γνωρίζαν, όλοι αυτοί που δε γνωρίζαν Χριστό αλλά ακολουθήσαν το παράδειγμά του, είχαν θέση εκεί μέσα. Σκέφτηκα πόσο θα ταίριαζε να ήταν κι ο Μπολιβάρ μέσα στο έργο, κι ο Σβάιτσερ και άλλοι.» Αυτή ήταν η πρώτη ιδέα.

Το 2004 είχε ήδη έτοιμα δεκαέξι Πρόσωπα. «Μπορεί να μη θέλαμε τους ολυμπιακούς, αλλά σκεφτήκαμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε για να υποδεχτούμε τόσους ανθρώπους που θα έρχονταν εδώ. Πήγαμε τα έργα στον Αθήνα 2004 και μας πετάξαν έξω. Ένας φωτισμένος άνθρωπος από τον ΟΛΠ όμως κατάλαβε τι θέλουμε να κάνουμε και οργανώσαμε μια έκθεση στην αίθουσα VIPS του ΟΛΠ. Ήταν περίεργο να περνάει η άρχουσα τάξη της Βρετανίας κάτω από τα θύματα της, αλλά ήταν ωραίο. Μερικά έργα όμως, όπως οι δέκα Ιρλανδοί μάρτυρες, δε μπορούσαν να εκτεθούν».

Στα έργα αυτά, η βυζαντινή αγιογραφία συνομιλεί με τη λαϊκή τέχνη των χωρών από τις οποίες κατάγονται οι αγιοποιημένοι. Γι’ αυτό υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στο εξωτερικό, όπου πωλούνται υπογεγραμμένα αντίτυπα των έργων μέσα από το site www.prosopa.eu. «Στην Ελλάδα τα τελευταία δυο - τρία χρόνια αρχίζουν να τα προσέχουν. Τώρα που κουβαλάμε σταυρό εμείς, τώρα που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι εστί Λατινοαμερικάνος, τι εστί Αφρικανός, τι εστί μαστίγιο, τώρα τα αγαπάμε κι εμείς».

Τα έργα που τοποθετήθηκαν στο Σαλαντίν πριν τέσσερα χρόνια περίπου   εξακολουθούν να βρίσκονται εδώ και μετά την αλλαγή διεύθυνσης - ο Capten, εικαστικός κι αυτός, λειτουργεί το μαγαζί μόλις τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Ρωτάω το Γιάννη Γίγα αν ο ιδεατός αποδέκτης των έργων του είναι ένας άνθρωπος που προσεύχεται σ’ ένα ναό ή κάποιος που πίνει με την παρέα του σ’ ένα μαγαζί. Πριν τελειώσω την ερώτησή μου, συμφωνούμε ότι τελικά πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο.
Βγαίνοντας στη Μεγάλου Αλεξάνδρου, ολαρία ολαρά. Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ με ένα χίπη – και τα λοιπά.



back to main