Η γη της λαγνείας στη μεγάλη οθόνη
Φιλίππα Δημητριάδη

Ο Άρης και ο Λάκης Ιωνάς κρατάνε παρανοϊκές σημειώσεις.

Ήλιος, ήχος από τζιτζίκια και τέσσερις όμορφες κοπέλες σ’ ένα εξοχικό είναι το σκηνικό της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας των αδερφών Ιωνά. Μια κατάσταση που ισορροπεί ανάμεσα στο μυστήριο και την οκνηρία. Μια ταινία που ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτα, όπως περίπου και στη ζωή. A film noir under the sun. Το Lustlands κάνει το ντεμπούτο του στις αίθουσες αυτό το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου, στον Μικρόκοσμο.

Φώτο: Eftychia Vlachou

Ο Άρης και ο Λάκης, γνωστοί και ως The Callas, είναι οι πιο πολυπράγμονες άνθρωποι που έχω γνωρίσει ποτέ. Εικαστικά, performances, μουσική φυσικά και τώρα σκηνοθεσία. Η εξέλιξη αυτή μάλλον δεν ήταν απωθημένο, αλλά φυσικό επόμενο. Και είναι τόσο ανήσυχοι που ετοιμάζουν κιόλας την επόμενη ταινία τους, που προδίδουν πως θα είναι πιο σκοτεινή.

Συνήθως συνεργάζεστε με ανθρώπους που είναι και φίλοι σας ή συνεργάτες σας χρόνια. Πώς λειτουργεί όλο αυτό;

Άρης: Έτσι γίνεται πάντα.

Λάκης: Έτσι τουλάχιστον κάνουμε εμείς.

Άρης: Επειδή οι ταινίες είναι ένα πράγμα το οποίο προϋποθέτει την συμμετοχή πολύ κόσμου σε διάφορα πόστα, θα έπρεπε να κουμπώσουν κάποια πράγματα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Τα άτομα δηλαδή με τα οποία συνεργαζόμαστε να μπορούν την συγκεκριμένη χρονική στιγμή να μας βοηθήσουν. Είτε αυτό ήταν ο ήχος, είτε η διεύθυνση φωτογραφίας. Και έγινε. Πολύ σημαντικό είναι επίσης ότι η κύρια τοποθεσία των γυρισμάτων είναι αυτό το κτήμα, στο οποίο κάνουμε και το φεστιβάλ. Έτσι είχαμε εξασφαλίσει τη διαμονή και είχαμε μια βάση, το οποίο μας εξυπηρέτησε πάρα πολύ.

Πόσο εύκολο είναι να δουλέψετε με ανθρώπους που δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί;

Α: Α, το ψωμί μας είναι αυτό! (γέλια) Κατ’ αρχάς ποτέ δε θα πάμε να συνεργαστούμε και να δουλέψουμε με κόσμο με τον οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα περάσουμε καλά , ότι θα είναι συνεργάσιμοι, δε θα έχουν θέματα με τους γύρω… Γενικότερα αυτό είναι πολύ σημαντικό για εμάς. Προτιμάμε να επιλέξουμε κάποιον που ξέρουμε ότι είναι καλό παιδί και ότι θα περάσουμε καλά μαζί του και ας μην είναι επαγγελματίας ηθοποιός, παρά κάποιον που θα μας σπάσει τ’ αρχίδια. Ακόμα και στη μουσική, ή στα εικαστικά. Η προϋπόθεση είναι αυτή, αλλά φυσικά είναι και πάρα πολύ καλοί στην δουλειά τους, όλοι όσοι έχουμε συνεργαστεί ως τώρα.

Θεωρείτε ότι είστε ρομαντικοί, σε μη ρομαντικούς καιρούς;

Α: Ναι, νομίζω ότι είμαστε πολύ ρομαντικοί. (γέλια)

Λ: Δεν έχουμε φιλοδοξία να κάνουμε ένα εικαστικό, μουσικό ή κινηματογραφικό θαύμα. Όλο αυτό που κάνουμε είναι η καθημερινή μας ζωή. Αυτό κουμπώνει με αυτό που έλεγε ο Άρης, ότι διαλέγουμε ανθρώπους με τους οποίους ξέρουμε ότι θα συνεργαστούμε καλά και θα πάνε όλα γαμώ. Για να αντέξεις έναν μαλάκα, πρέπει να ‘χεις μια φιλοδοξία μέσα σου, την οποία εμείς δεν την έχουμε.

Πόσο μπορεί να σε συντηρεί και να σε «χορταίνει» η καύλα σου;

Α: Η καύλα σου είναι σπίθα, αυτό που σε ζωντανεύει, αυτό που σε κρατάει. Δεν περιμένουμε απ’ αυτό σώνει και ντε να έχουμε κάποιο οικονομικό όφελος, αλλά νομίζω ότι όποιος παίρνει μέρος σε αυτό κάτι κερδίζει. Για μας καταρχάς είναι κέρδος το να βγει η παραγωγή. Ειδικά σε μια περίοδο κρίσης, όπως είναι τα τελευταία τρία – τέσσερα χρόνια. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι να μπορείς να συνεχίσεις αυτό που κάνεις. Οπότε αν έχεις έστω και λίγα χρήματα για να μπορείς να το κάνεις αυτό, ακόμα κι αυτό, εμπορικά, είναι κέρδος. Μπορεί όλο αυτό να δίνει μια DIY αίσθηση βέβαια, αλλά από την άλλη σίγουρα προσπαθούμε να ζήσουμε απ’ αυτά που κάνουμε και λίγο - πολύ τα καταφέρνουμε. Κάνοντας πεντακόσια πράγματα βέβαια, και δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το κέρδος λοιπόν είναι σχετικό. Μπορεί να βγάζουμε λίγα χρήματα, αλλά περνάμε καλά κι αυτό έχει σημασία για ‘μας. Σε ότι κάνουμε, έχουμε τους δικούς μας κανόνες. Αυτό είναι καλό, αλλά έχει και κάποια αρνητικά. Δυστυχώς όμως θέλουμε να παίζουμε πάντα με τους δικούς μας κανόνες.

Λ: Κερδίζουμε πάντα ψυχολογικά απ’ όλη αυτή τη διαδικασία. Για εμάς όλη αυτή η φάση, ταινία, performances, μουσική, εικαστικά, είναι ο καθημερινός μας τρόπος να την κυλάμε. Οπότε προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό έτσι ώστε να την παλεύουμε καθημερινά.

Αυτή η απλότητα με την οποία αντιμετωπίζετε τη δουλειά σας, έχει αποβεί τελικά θετική; Λέτε ότι δεν ξεκινάτε με τρελές φιλοδοξίες. Τείνετε τελικά να ξεπερνάτε τις προσδοκίες σας;

Λ: Αυτό έχει πάντα τ’ αρνητικά του και τα θετικά του. Πολλές φορές έχουμε κάνει πράγματα που λέμε: «Μαλακία. Θα έπρεπε να το έχουμε πάρει από άλλη βάση.». Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν είμαστε πλήρως ικανοποιημένοι. Έχεις κάτι στο μυαλό σου και φτάνεις να το πλησιάζεις άλλες φορές σε ένα ικανοποιητικό ποσοστό, άλλες φορές μέτριο και άλλες σκατά. Σε κάθε περίπτωση πάντα λέμε ότι θα μπορούσε να ‘ναι καλύτερο.

Α: Δεν έχουμε πει ποτέ ότι έχουμε ξεπεράσει τις προσδοκίες μας και να πούμε «Α! Τι απροσδόκητο!». Περισσότερο θα πούμε ότι δεν έφτασε εκεί που θέλαμε, παρά αυτό. Βάζεις έναν στόχο για να προσπαθήσεις πάντα για κάτι καλύτερο την επόμενη φορά. Νομίζω πάντα αυτό μας αφήνει κάτι. Χτίζεις κάτι με έναν τρόπο. Αν πεις ότι έκανες το θαύμα, μετά δεν έχεις λόγο να συνεχίσεις.

Ποια ήταν η αίσθηση όταν είδατε ολοκληρωμένη την ταινία;

Α + Λ: Τι μαλακία είναι αυτή;! (γέλια)

Α: Μας αρέσει πολύ σαν ταινία αυτό που βλέπουμε και θέλουμε να κάνουμε κάτι παραπάνω. Ξέρουμε ποια είναι τα αρνητικά της, αλλά δε θα σου τα πούμε. (γέλια)

Λ: Κοίτα, όταν τη βλέπουμε τώρα αναγνωρίζουμε και βρίσκουμε αρνητικά και λάθη σε κάθε δευτερόλεπτο. Την τελευταία φορά που είχαμε κάνει το check στον Μικρόκοσμο εμένα μ’ εκνεύριζε, δε μπορούσα να τη βλέπω, δε νιώθω άνετα. Μετά όταν το σκέφτομαι, όλες αυτές οι ατέλειες που έχει, σε οποιοδήποτε level, σκηνοθετικά, σεναριακά κ.λ.π. είναι ενταγμένες σε ένα σύνολο. Δεν είναι κάτι που φαίνεται παράταιρο. Έχει πολύ ισχυρό χαρακτήρα σαν ταινία, με ό,τι θετικά ή αρνητικά μπορεί να έχει στο κάθε επιμέρους κομμάτι της. Όπως και να ‘χει είναι μια ταινία μεγάλου μήκους. Είναι κάτι αυτό. Δεν είχαμε καμία άλλη ιστορία στο κεφάλι μας εκτός απ’ το να κάνουμε αυτό το πράγμα και όχι το τι θα γίνει μετά.

Πώς δημιουργήσατε αυτή την ιστορία. Ποιες ήταν οι επιρροές που συνετέλεσαν στο να φτιαχτεί ένα film noir under the sun;

Το concept με τις κοπέλες έχει να κάνει πολύ με τις callasettes, με τη γυναικεία περσόνα, με την συμπεριφορά και μας αρέσει πάρα πολύ το σκηνικό και το θέμα του ότι κάποιος κόσμος συγκεντρώνεται κάπου, όπως σε ένα σπίτι – κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην επόμενη ταινία – και υπάρχει ένα εγκλωβισμός και μια πίεση. Το στόρι, λίγο πολύ είναι πραγματικό. Το νερό σε σχέση με το κτήμα είναι μια πραγματική ιστορία της περιοχής, το φίδι που παίζει μέσα ως κακός ή καλός οιωνός, όντως παίζει εκεί πέρα, οπότε λίγο η περιοχή, λίγο οι callasettes, έβγαλαν ένα ρομαντικό πράγμα. Εκεί που κάθεσαι και ξύνεσαι ξέρω ‘γω, σε μια κατάσταση οκνηρίας, αλλά πάντα έχεις το μυαλό μου σε κάτι καλύτερο, ή το να σκέφτεσαι ιδανικά κάποιες καταστάσεις ενώ δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Υπάρχει κάτι ρομαντικό σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα. Κι ένα σκοτάδι. Είναι σα να προσπαθείς να δημιουργείς κάποια πράγματα που να σε βγάζουν λίγο απ’ τα σκατά, ενώ έχεις πέσει μέσα. Ενστικτωδώς το μυαλό δημιουργεί καταστάσεις που σε βοηθούν να την παλέψεις.

Ωστόσο στη ροή της ταινίας τίποτα, δεν είναι εξιδανικευμένο. Είναι όλα πολύ raw. Όλο αυτό το κλίμα, είναι αυτό που θέλετε πετύχετε;

Α: Έχουμε χρησιμοποιήσει πολλά στοιχεία από τον χαρακτήρα των κοριτσιών. Σε πολλά σημεία υπάρχουν διάλογοι, οι οποίοι θα μπορούσαν όντως να γίνονται μεταξύ τους και στην καθημερινότητά τους. Αν εξαιρέσεις ίσως τον ρόλο της Αννίτας, όλες οι υπόλοιπες, δουλέψαν αρκετά στο πώς να χρησιμοποιήσουν δικές τους λέξεις και ατάκες και αυτό βοήθησε στο να βγει πιο φυσικό το αποτέλεσμα. Στο τέλος όλη η ταινία μοιάζει σαν κάτι που έχουμε ξαναζήσει. Έχουμε πάρει πολλά απ’ αυτά που μπορεί να λένε μεταξύ τους τα κορίτσια στις πρόβες, όπως για τα γκομενικά τους για παράδειγμα. Αυτά τα: «μου κάνεις, δε μου κάνεις, θέλω αλλά δε θέλω, το timing μου…, το παρελθόν».

Λ: Ξέρεις, πράγματα που πάνε να γίνουν αλλά δεν γίνονται, μια φλου κατάσταση.

Α: Δοσμένο όλο αυτό με χιούμορ. Λίγο μεν, αλλά δε θέλαμε και να είναι μια σοβαροφανής ταινία.

Έτσι σκέφτεστε να ενεργήσετε και στην επόμενη ταινία;

Α: Ναι, σίγουρα θα έχει πολλά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν. Το βλέπουμε κι εμείς όταν φτιάχνουμε μια σκηνή και γελάμε και λέμε «Πάλι αυτή την ατάκα θα βάλουμε ρε μαλάκα;».

Σε τι στάδιο βρίσκεστε με την επόμενη ταινία και τι να περιμένουμε ακριβώς;

Α: Αρχικά σίγουρα θα είναι πιο σκοτεινή. Μέχρι να φτάσει βέβαια εκεί που θέλουμε έχει να περάσει από πολλά κύματα ακόμα, οπότε δε μπορούμε να πούμε περισσότερα με σιγουριά. Στο σενάριο βρισκόμαστε, σε πρόβες με ηθοποιούς και τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν τέλη Απρίλη με αρχές Μαΐου.

Έχτε τρέξει το LUSTLANDS σε φεστιβάλ στο εξωτερικό;

Λ: Πολεμάμε διάφορα, δεν υπάρχει ακόμα κάτι.

Υπάρχει πολύ έντονο το στοιχείο της ελληνικής υπαίθρου στην ταινία. Το folk, το traditional. Κάτι που μοιάζει ξεχασμένο και εσείς το αναδείξατε.

Α: Μας άρεσε πολύ ήχος απ’ τα τζιτζίκια που υπήρχε στην ταινία και μάλιστα ο Νίκος Τριανταφύλλου, που έκανε την ηχοληψία, πρόσθεσε και μια γεώτρηση που την ακούγαμε, αλλά δεν την είχαμε πάρει χαμπάρι. Πολύ σημαντικό αυτό σε σχέση με την περιοχή.

Λ: Όσο λατρεύουμε κάποια τέτοια πράγματα, άλλο τόσο τα σιχαινόμαστε. Το παραδοσιακό δηλαδή. Είναι λίγο περίεργο. Δε μας αρέσει το μελό και το λυρικό. Το «Α, τι ωραία τότε που είχαμε τις κατσικούλες μας, το αγνό το μέλι και οι εποχές ήταν αθώες», πράγματα που τα θεωρούμε μαλακίες και δεν τα πιστεύουμε καθόλου.  Δεν ήταν αθώα η κοινωνία, υπήρχε απλά μια συγκάλυψη. Μπορεί να δεις το χαρακτήρα μιας γιαγιάς και να πεις «Πω, πω τι κολλημένη είναι!», ταυτόχρονα την λατρεύεις γιατί μπορεί να έχει ένα σκληρό χαρακτήρα, γιατί αυτή πρέπει να κρατάει όλη την οικογένεια. Μας αρέσουν πιο original πράγματα, ένα βαθύτερο level στα πράγματα, όχι η γραφικότητα.

Α: Δανείζεσαι παίρνεις πράγματα. Ό,τι κάνουμε είναι ένα κολλάζ πραγμάτων. Η μητέρα μας ας πούμε, έπλεκε και κένταγε απ’ όταν θυμόμαστε τους εαυτούς μας.  

Δε μπορώ να μην ρωτήσω ποιες είναι οι σκηνοθετικές επιρροές σας;

Α: Δε θα μπορέσω να σου πω για κάποιον συγκεκριμένα, ότι ο τάδε π.χ. είναι θεός. Σίγουρα γουστάρουμε πολύ ένα κομμάτι του Τζάρμους, Χάρτλεϊ, Καουρισμάκι. Πολλές επιρροές από τα film noir αλλά και από γαλλικές παραγωγές των 60’s όπως «Η Περιφρόνηση» του Γκοντάρ. Αλλά σχεδόν πάντα είναι κάποιο κομμάτι που μας αρέσει απ’ όλο το έργο. Σε άλλον μπορεί να μας αρέσουν τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί, σε άλλον η μουσική. Για παράδειγμα, αν πάρεις τον «Νεκρό» του Τζάρμους, το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι το soundtrack. Ένα μαύρο πράγμα με το soundtrack του Νεκρού από πίσω είναι όλη η ταινία. Οπότε οι αναφορές είναι ποικίλες.

Λ: Όπως αντίστοιχα όταν θα μιλήσουμε για την μουσική μας θα πούμε ότι έχουμε επιρροές από τη λογοτεχνία, έτσι και στην ταινία είναι ένα ευρύ φάσμα πραγμάτων από πίσω που έχουμε στο κεφάλι μας. Αν δεις τις σημειώσεις μας, είναι παρανοϊκές. Μπορεί κάπως να συνδυάσουμε μια δήλωση ενός ποδοσφαιριστή, με ένα βιβλίο που διαβάζουμε, ένα τραγούδι που ακούμε, το οτιδήποτε παίζει στον κόσμο μας εκείνη τη στιγμή. Τσιμπάμε κάποια πραγματάκια λοιπόν και προσπαθούμε να τα συνδέσουμε και μερικές φορές το ότι δεν ταιριάζουν μεταξύ τους τα κάνει να έχουν περισσότερο ενδιαφέρον. Ας πούμε, αυτό που λέγαμε πριν για τα παραδοσιακά ελληνικά στοιχεία με μια ροκ εν’ ρολ κουλτούρα, φαινομενικά είναι ασυνδύαστα, εμάς όμως μας εξιτάρει αυτό το πάντρεμα.

Λ: Τώρα που δουλεύουμε το σενάριο, ακούω τέσσερα πράγματα συνεχώς και δεν μπορώ ν’ ακούσω ούτε ραδιόφωνο, ούτε κάποια άλλη μουσική. Και ούτε κολλάνε μεταξύ τους αυτά, ούτε έχουν κάποια θέση στην ταινία, αλλά για κάποιο λόγο μου έχουν κάτσει. Είναι ένα album του Brian Jones που είχε κάνει με μουσικούς απ’ το Μαρόκο, Jajouka λέγεται, το Lady In Satin της Billie Holiday, το Let’s Get Lost του Chet Baker και ένα soundtrack που είχε κάνει ο John Lurie για ένα δικό του τηλεοπτικό πρόγραμμα.

Α: Οπότε κατάλαβες τι θα βγει! (γέλια)

Λ: Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Έχουμε και πρόγραμμα. Το πρόγραμμα το κινηματογραφικό είναι 9 με 1 το μεσημέρι. Οπότε εκεί παίζουν αυτά τα πράγματα από πίσω.

Όσο και να συμπληρώνετε ο ένας τον άλλο, πόσο εύκολο είναι να συνεργάζεσαι τελικά με τον αδερφό σου;

Α: Δεν είναι όλα ρόδινα. Αλλά μετά από τόσα χρόνια μας φαίνεται φυσιολογικό.

Λ: Συμπληρώνει ο ένας τον άλλο, αλλά κυρίως καλύπτει ο ένας τις μαλακίες και τις αδυναμίες του άλλου. Ακόμα κι όταν παίζουμε live.

Α: Και όταν παίζαμε μπάλα μικροί.

Λ: Πάντα τσακωνόμασταν και ακόμα και τώρα τσακωνόμαστε πολύ. Σε φάση που οι γύρω μας τρομάζουν. Σου λέει πάει αυτοί θα σκοτωθούνε. Έχουν έρθει να μας χωρίσουν μάλιστα κάποια στιγμή που πλακωνόμασταν, εμάς όμως μας φαίνεται φυσιολογικό.

Η ταινία των Λάκη και Άρη Ιωνά Lustlands θα προβληθεί στο cinema MIKROCOSMOS τις ακόλουθες ημέρες και ώρες:  Σάββατο 22/2,00:15 - Κυριακή 23/2, 18:00 - Τετάρτη 26/2,  22:30

Συντελεστές:
Σενάριο και σκηνοθεσία: ΛΑΚΗΣ & ΑΡΗΣ ΙΩΝΑΣ (THE CALLAS)

Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΤΣΕΛΗΣ
Μοντάζ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΤΣΕΛΗΣ
Ήχος: ΝΙΚΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ (SONIC PLAYGROUND), ΗΡΑΚΛΗΣ ΒΛΑΧΑΚΗΣ
Μουσική: THE BOY, VICTORY COLLAPSE, MICROONDAS, THE CALLAS

Παραγωγή: ΛΑΚΗΣ & ΑΡΗΣ ΙΩΝΑΣ (THE CALLAS), ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΤΣΕΛΗΣ
ΑΘΗΝΑ ΡΑΧΗΛ ΤΣΑΓΓΑΡΗ, ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΑΚΟΥ

Εμφανίζονται: ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΨΑΡΡΑ, ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ ΣΑΒΒΑΛΑ, ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗ,
ΑΝΝΙΤΑ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΡΩΤΣΟΣ, ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑΣ,
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΤΣΕΛΗΣ, ΤΑΣΙΑ ΔΡΟΥΖA και η ΝΑΝΤΙΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ



back to main