The Twice Over Donut Shop 1
Μάκης Παπασημακόπουλος

Tι πιτζάμα για μέσα, τι ρούχο για έξω, όλα ύφασμα είναι.

Έχω αποδεχτεί εδώ και κάποια χρόνια, ότι όπως βλέπεις σε κάτι ταινίες αμερικάνικες, τσίλικες, όπου ο γόης εκπέμπει μια αύρα, μια εσάνς ανδρίλας, την οποία βρίσκουν ακαταμάχητη αι γυναίκαι, έτσι κι εγώ εκπέμπω μια εσάνς ακαταμάχητη για τους απανταχού λαλημένους της οικουμένης. Την βρίσκουν με την πάρτη μου σα να λέμε, μια που με βλέπουν και μια που μου τα ξερνάνε όλα.

Εβρίσκομαι στο βαγόνι στο μετρό του Συντάγματος και από μακριά ακούω μια φωνή να ωρύεται για τους ξένους που πλέον είναι πέντε εκατομμύρια και να ξυπνήσουμε επιτέλους τι σκατά κάνουμε όλη μέρα και τον παίζουμε, την ίδια ώρα που οι αλλοδαποί μας παίρνουν τα σώβρακα. Να πω σε αυτό το σημείο βέβαια, ότι κανένας αλλοδαπός δεν μου έχει πάρει ποτέ κανένα εσώρουχο, με εξαίρεση έναν Τσέχο φοιτητή στην Αγγλία κάποτε που πέρασε το καλάθι με τα πλυμένα τα δικά μου, με τα δικά του. Δεν το ήθελε όμως, οπότε μικρό το κακό.

Η εν λόγω φωνή λοιπόν με την κριτική περί αλλοδαπών είναι από αυτές που χωρίς να την συνδέεις με πρόσωπο, ξέρεις ότι ανήκει σε άνθρωπο που έχει από καιρού σταματήσει να ενδιαφέρεται περί της αυστηρής λογικής, της δομημένης σκέψης και του κατά πόσο στέκει το ορθόν της ξήγας του, ότι δηλαδής φυσικά και απησχολεί τους γύρω του η θέση του περί ιμιγκρέσιο, ποσώς δε μάλλον στις οκτώ το πρωί. Σε βαγόνι του μετρό.

Εκ του φυσικού βεβαίως εγώ ήδη ξέρω ότι θα έρθει γραμμή για μένα. Θα με μυρίσει, θα με αισθανθεί σαν το ελαιόλαδο Άλτις, που εμπιστεύεσαι μέχρι την τελευταία του σταγόνα. Μια που το έχω σκεφτεί και μια που έχει εμφανιστεί στην πόρτα του βαγονιού, ένα κεφάλι με μαλλιά που συνιστούν αυτόνομο οργανισμό, κορδόνια που έχουν να δεθούν από τότε που ψωνίζαμε παπούτσα στου Μούγερ και ένα στυλιστικό τοποθετικό περί της ιδέας «τι πιτζάμα για μέσα, τι ρούχο για έξω, όλα ύφασμα είναι».

«Έτσι δεν είναι ρε φίλε», μου λέει παλεύοντας με τις πόρτες που έχουν κλείσει πάνω στο μπούτι του. «Τι να σου πω» του λέω, «δεν έχω άποψη περί του θέματος, εγώ δουλεύω στα ορυχεία». Η φράση μου μάλλον τον βραχυκυκλώνει γιατί μένει να με κοιτάει με απορία, ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε άλλο από το να αναπνέει πάνω μου με όλη την θέρμη αρκούδας στο μεταίχμιο του οργασμού. Εν συνεχεία με κίνηση αστραπή πέφτει στο ένα γόνατο και αρχίζει να δένει τα κορδόνια του, με κίνηση Βάιου Καραγιάννη στο μουντιάλ του 94, τότε που τα είχε δέσει τα παπούτσα στον αστράγαλο και τον θαύμαζε το πανελλήνιο.

Θα συνεχίσει να κατηγορεί τους εν Ελλάδι μετανάστες μέχρι το Σύνταγμα όπου και κατεβαίνει, ωρυόμενος μέχρι να τον κάνει φέηντ άουτ η πρωινή χλαπαταγή του σταθμού. Όλο αυτό δεν ξέρω καν γιατί το είπα, νομίζω ότι είναι λίγο σαν τους ανώνυμους αλκοολικούς που αρχινάς να μοιράζεσαι χωρίς να είσαι σίγουρος δια το γιατί. Απλά ναι. Τρελός κι εγώ στο τραίνο. Στην Αμερική παίζει να το έχουν κάνει ριάλιτι.  



back to main