It could be worse
Φιλίππα Δημητριάδη

Ο Κωνσταντίνος Κύρτσης κυκλοφόρησε  λίγους μήνες  πριν το πρώτο του EP “It could be worse”και τα πέντε κομμάτια του λένε μια μικρή ιστορία που ξετυλίγεται σα μαύρο μετάξι, πάνω σε ήχους από μεταλλικές πλάκες.

Φώτο: Eftychia Vlachou

Γνώρισα τον Κωνσταντίνο την ημέρα που θα καταστρέφονταν ο κόσμος. Έκτοτε οι κόσμοι μας καταστράφηκαν εκατοντάδες φορές, αλλά τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα.

Η  πρώτη μας κουβέντα ήταν για το nouvelle vague κίνημα και το “Mondo Cane” του Mike Patton. Δεν μπορούσα παρά να γοητευτώ που ένα αγόρι της ηλικίας του έχει τέτοια ενδιαφέροντα . Ο νεαρός μουσικός είναι μια ιδιαίτερη φιγούρα. Ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στο στυλ ενός γάλλου bon viveur και ενός παλιού ρεμπέτη. Καπνίζει Καρέλια και παρατηρώ κάθε που ανάβει τσιγάρο πως το κρατά παράξενα. Τα δάχτυλα του είναι πάντα τεντωμένα, λες και είναι έτοιμα να παίξουν μουσική ανά πάσα στιγμή. 

Πότε άρχισες  να παίζεις μουσική;

Σε πάρα πολύ μικρή ηλικία. Είναι αστείο γιατί έχω μια οικογένεια που είναι σαν αυτούς που παίζουν κρουστά στην Κούβα, που οι καλύτεροι είναι αυτοί που δεν παίζουν κρουστά. Έτσι και στην οικογένειά μου, κανείς δεν είναι καλλιτέχνης, αλλά είναι πιο καλλιτέχνες απ’ τους περισσότερους καλλιτέχνες που ξέρω. Όποτε από πολύ μικρή ηλικία άκουγα όπερα και μάθαινα απ’ έξω διαλόγους. Με ενδιέφεραν πολύ τα μουσικά όργανα ως μηχανήματα.

Ξεκοίλιαζες μικρά πιανάκια και τέτοια;

Ναι, ναι βέβαια.  Ώσπου κάποια στιγμή πήρα την ουσιαστική κλίση πάνω στα μουσικά όργανα. Το πρώτο πράγμα που ήθελα να κάνω, το οποίο έχει και σχέση με τα τεχνικά, ήταν να γίνω οργανίστας. Με πήγαιναν στο Μέγαρο Μουσική ς και έβλεπα το εκκλησιαστικό όργανο, το τεράστιο και έλεγα «Αυτό θέλω να κάνω!». Μου έλεγαν δε μπορείς να γίνεις οργανίστας , επτά χρονών με τη μία. Πρώτα πρέπει να ξεκινήσεις από κάτι  άλλο. Κι έτσι ξεκίνησα κλαρινέτο, σχεδόν στα οκτώ μου χρόνια, το οποίο ενώ μου άρεσε πάρα πολύ, μετά από δύο χρόνια το παράτησα. Είχα μια δασκάλα πολύ καλή, αλλά είχε προφανώς αναγνωρίσει κάποιου είδος ταλέντο σε ‘μενα και αποφάσισε να με κάνει σολίστα, το οποίο ήταν πολύ σκληρό για ένα παιδάκι. Έκτοτε δεν είχα ξανά ουσιαστική μουσική παιδεία – επίσημη έτσι, όχι αυτοδιδασκαλία – μέχρι τα δεκατέσσερα. Μεγάλο διάστημα. Ενδιάμεσα όμως ήμουν πάντα απορροφημένο ς σε μουσικές. Όπως για παράδειγμα με την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας, της Μέσης Ανατολής, του Πόντου. Για κάποιο λόγο είχα μια μανία με την ποντιακή μουσική.

Ενώ δεν υπάρχει κάποια καταγωγή;

Καμία. Είχα αγοράσει και μια ποντιακή λύρα μάλιστα από έναν τύπο στην Ομόνια και την γρατζουνούσα.  Εκεί γύρω στην πέμπτη δημοτικού, έπεσα στα χέρια μου το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου για τα ρεμπέτικα. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το τραγούδι ως μορφή τέχνης. Άρχισα να τα διαβάζω , να τα μαθαίνω , να τα τραγουδάω και κάποια στιγμή γύρω στα δώδεκα, αποφάσισα ότι έπρεπε να μάθω ένα όργανο για να συνοδεύω τον εαυτό μου. Οπότε άρχισα να μαθαίνω μόνος μου κιθάρα. Έφτασα σε αρκετά καλό σημείο αυτοδιδασκόμενος, αλλά στα δεκατέσσερα βγήκε το γενικό consensus ότι μάλλον αυτό θα κάνω στη ζωή μου.  Οπότε τότε άρχισα πιάνο, θεωρίες και όλα αυτά.  Άρχισα να παίζω σε σοβαρές μπάντες και να κάνω live και μετά στις τελευταίες τάξεις του λυκείου - στο IB του Μωραΐτη όπου φοίτησα – διάλεξα σαν κατεύθυνση μουσική υψηλού επιπέδου. Εκεί απέκτησα ίσως τις περισσότερες γνώσεις μου σε σχέση με την ιστορία της μουσικής, ανάλυση και γενικά μια θεωρητική προσέγγιση πάνω στο θέμα. Το αστείο με εκείνη την εποχή είναι ότι, σου λένε οι γονείς σου διάβασε, βρίζεσαι, το ένα τ’ άλλο, για το σχολείο πάντα, ενώ στη δική μου περίπτωση ήταν «Δε θα βγεις αν δε μελετήσεις δύο ώρες πιάνο.».

Πόσο εύκολο είναι σα διαδικασία να  μάθεις μόνος σου ένα μουσικό όργανο;

Δε θυμάμαι να ήταν πολύ δύσκολο ή επίπονο. Πάντα πιαναν τα χέρια μου. Και τώρα έχω προσέξει ότι μπορεί να πέσει στα χέρια μου ένα μουσικό όργανο που δεν έχω ξαναπαίξει και κάπως από ‘δω από ‘κει θα βρω τρόπο να βγάλω έναν ήχο. Θυμάμαι λοιπόν τότε που μάθαινα μόνος κιθάρα ότι είχα πάρει ένα βιβλίο και μάθαινα κάποια βασικά ακόρντα ένα τραγουδάκι και έπειτα το εξέλιξα. Άρχισα να πειραματίζομαι, να κάνω θόρυβο και τέτοια. Μετά όμως άρχισα σοβαρά μαθήματα, εντατικά, με αποκορύφωμα τις δύο βδομάδες που πέρασα στη Βοστώνη, στο Berklee College of Music , που θεωρείται η καλύτερη σχολή μοντέρνας μουσικής στον κόσμο, όπου παρακολούθησα ένα καλοκαιρινό πρόγραμμα για contemporary κιθαρίστες. 

Πέρα από την παραδοσιακή ελληνική μουσική και τα ρεμπέτικα, ποιες είναι οι υπόλοιπες μουσικές επιρροές σου, που καθορίζουν τη μουσική που παίζεις σήμερα;

Στα δέκα περίπου σ’ ένα ταξίδι από τη Σύμη στον Πειραιά, στο καράβι, η αδερφή μου μού έβαλε ν’ ακούσω Nick Cave, μια κασέτα. Πρέπει να ‘ταν εκείνο το compilation, το best of. Κι εκεί έπαθα μια μανία, άκουγα συνέχεια το “Do you love me?”, το “The Carny” και γενικά τα πιο άρρωστα κομμάτια του και είχε φρικάρει η αδερφή μου. Οι υπόλοιπες επιρροές ήρθαν πολύ αργότερα. Στο τέλος της εφηβείας θα έλεγα.

Ας μιλήσουμε λίγο για τα χρόνια σου στο Λονδίνο.

Στο Λονδίνο πήγα στη σχολή που πήγα για άλλο λόγο, για τελείως άλλο πράγμα απ’ αυτό που κατέληξα να κάνω. Πήγα για να γίνω ένας πάρα πολύ καλός οργανοπαίκτης. Ξεκίνησα για να πάρω ένα πτυχίο που βγάζει πολύ καλούς οργανοπαίκτες.  Είχα και την τύχη στο δεύτερο έτος να έχω μάθημα σύνθεσης και ενορχήστρωσης, το οποίο με ενέπνευσε πάρα πολύ, γιατί έτσι έμαθα πως λειτουργεί η μουσική στον κινηματογράφο, στις διαφημίσεις, πώς είναι η διαδικασία να στήνεις ένα μουσικό κομμάτι, όχι απλά βασισμένο στην τεχνική σου αλλά και πάνω σε μία εικόνα. Δηλαδή όταν σου έδειχναν ένα κλιπ μ’ ένα άλογο να τρέχει και στο τέλος ένα κινητό, έπρεπε να βρεις εσύ μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα αρκετούς ήχους που να αντιπροσωπεύουν την εικόνα, αλλά και να στείλουν το μήνυμα στο θεατή. Αυτό το βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον και με επηρεάζει ακόμα. Λειτουργώ δηλαδή πάρα πολύ με εικόνες, με το soundscape.  Στη συνέχεια ανακάλυψα ότι το να είμαι ταχυδακτυλουργός και να παίζω τέλεια ένα όργανο τέλεια δε με γέμιζε πλέον.

Αφού μίλησες για εικόνα πες μου για τη σχέση σου με το σινεμά. Θα σε ενδιέφερε να γράφεις αποκλειστικά μουσική για ταινίες;

Δε θα μπορούσα να κάνω ένα πράγμα αποκλειστικά γενικά. Βαριέμαι πολύ εύκολα.

Έζησες στο Λονδίνο για τέσσερα χρόνια. Τελείωσες τις σπουδές σου και αντί να παραμείνεις εκεί, όπου θα μπορούσες κάλλιστα να συνεχίσεις την καριέρα σου, παίρνεις την απόφαση και γυρνάς πίσω στην Ελλάδα σε μια εποχή που όλοι θέλουν να φύγουν. Με ποια λογική έκανες αυτό το βήμα;

Κοίταξε. Πριν γυρίσω στην Αθήνα είχα σκεφτεί να μετακομίσω σε διάφορες πόλεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν ήθελα να παραμείνω στο Λονδίνο πια. Η αποστολή μου εκεί είχε τελειώσει. Σκεφτόμουν  το Παρίσι για το οποίο είχα μια πολύ ρομαντική ιδέα, η οποία όμως κατέρρευσε όταν πήγα και το είδα. Εγώ σκεφτόμουν ακόμα το Παρίσι του ’68. Έπειτα σκέφτηκα τις Βρυξέλλες. Γενικά το γαλλόφωνο forum, καθώς έχω και μια άνεση με τη γλώσσα και μ’ ενδιαφέρει και η κουλτούρα τους. Κατέληξα στην Αθήνα βλέποντας τι γίνεται εδώ.  Υπάρχει κόσμος που ακούει. Δεν ξέρω γιατί ακούει και τι σκέφτεται και αν το κάνει για να πουλήσει μούρη και να αισθάνεται καλά με τον εαυτό του και να λέει «Α, εγώ τώρα τρώω κουλτούρα», αλλά δε μ’ ενδιαφέρει και καθόλου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι υπάρχουν άτομα που  αυτή η μία, μιάμιση ώρα που θα ‘μαι μπροστά τους  θα προσέχουν.

Κάτι που δε συμβαίνει με το κοινό του Λονδίνου;

Όχι. Δυστυχώς.

Ποιες διαφορές εντοπίζεις ανάμεσα στην Αθήνα και το Λονδίνο σε κοινωνικοπολιτισμικό επίπεδο;

Το Λονδίνο, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει μια βίαιη ανωνυμία. Δεν ήταν πάντα έτσι.  Ο τρόπος που συμπεριφέρεται ο κόσμος στο Λονδίνο είναι ωμός και άσχημος. Δηλαδή θα πέσει ο άλλος πάνω σου, θα χύσει τη μπύρα του πάνω σου και θα σου ζητήσει και τα ρέστα. Κυλιούνται κάτω στο δρόμο, κατουράνε αυτοκίνητα… Μια πολύ καλή περιγραφή για το Λονδίνο αυτή τη στιγμή για μένα είναι «Οι τελευταίες μέρες της Ρώμης». Η Βρετανία είναι μια χώρα, που δεν έχει την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας, αλλά η κοινωνία τους είναι εκατό φορές πιο κατεστραμμένη. Δεν υπάρχει επίσης η έννοια της οικογένειας εκεί. Διώχνουν τα παιδία από τα σπίτια τους στα δεκαέξι και μετά σου λέει ας πάνε να κόψουν το λαιμό τους. Δεν υπάρχει η έννοια της κοινότητας.  Στο Λονδίνο, για την επαρχεία δεν γνωρίζω γιατί δεν έχω ζήσει. Δεν υπάρχει αυτό όπως εδώ στην Αθήνα, όπου θα υπάρχει ένας κύκλος ανθρώπων, μια παρέα, ένα μαγαζί, που θα κάνει πράγματα. Στο Λονδίνο είναι περιορισμένο αυτό σε κάποιες σκηνές. Κατά τ’ άλλα είναι η λογική του radical individualism. Στην καθημερινή μου πατάω επί πτωμάτων , αλλά όχι για να καταφέρω κάτι, απλά επειδή δε ξέρω να κάνω κάτι άλλο καλύτερα.  Οπότε απ’ αυτή την άποψη η Αθήνα είναι ένας παράδεισος.

It could be worse, λοιπόν. Ποια ήταν η διαδρομή μέχρι να φτάσεις σε αυτό το πρώτο EP;

Η διαδρομή… Έγραφα πάρα πολύ, μουσική ορχηστρική και μετά κείμενα, χωρίς να χω συνδυάσει ποτέ τα δύο. Και κάποια στιγμή μεσολάβησε ένας – ενάμισης χρόνος που διάφορα πράγματα, κυρίως στην προσωπική μου ζωή, πέσανε σε μια περιδίνηση και βγήκαν τελείως εκτός ελέγχου. Και όταν βγήκα απ’ αυτό είχα την ιδέα, όχι να το περιγράψω, αλλά να κάνω μια μουσική έκθεση ιδεών, του γιατί αυτά τα πράγματα που μου συνέβησαν  αυτό το διάστημα συμβαίνουν γενικά στους ανθρώπους. Πώς ξεκινάν και πώς  καταλήγουν. Το “It could be worse” , δεν είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία αλλά, έχει πέντε μέρη, πέντε στάδια μιας τέτοιας προβληματικής κατάστασης.

Στο τέλος ο ήρωας τις μικρής ιστορίας του EP πεθαίνει. Ποια είναι η αλληλεπίδραση του έρωτα και του θανάτου στη μουσική σου;

Αυτό έχει τις ρίζες του στην όπερα. Η Τόσκα και η Κάρμεν ,ας πούμε, που είναι οι δύο αγαπημένες μου όπερες, τελειώνουν με τη βασική ηρωίδα να πεθαίνει. Οπότε ναι, αυτό  το πήρα απ’ την όπερα, ότι μετά από μια θυελλώδη κατάσταση, έρχεται το τέλος.

Δηλαδή συνδέονται πάντα πιστεύεις αυτά τα δύο;

Όχι, όχι… Θα μπορούσαμε να έχουμε την πολύ κοινότυπη άποψη ότι τα πάντα συνδέονται με το θάνατο. Είναι το μόνο που έχουμε όλοι μας κοινό. Όποιος κι αν είσαι… Αλλά συγκεκριμένα ο έρωτας και ο θάνατος, αν και έχουν κάποιες ομοιότητες σαν καταστάσεις, δε νομίζω ότι υπάρχει απαραίτητα κάποια άμεση σύνδεση.

Είπες πως κάποια πράγματα συνέβησαν στην προσωπική σου ζωή και σε οδήγησαν να γράψεις το “It could be worse”. Πιστεύεις ότι το προσωπικό δράμα μπορεί να παράγει τέχνη;

Σίγουρα. Οποιαδήποτε κρίση μπορεί να παράγει τέχνη

Ακόμα και η οικονομική κρίση;

Βεβαίως.  Οποιαδήποτε κρίσιμη κατάσταση και οποιοδήποτε αδιέξοδο μπορεί να παράγει τέχνη αρκεί να το διαχειριστεί κανείς έξυπνα και να αποφύγει το κλισέ της κλάψας.

Πιστεύεις ότι οι «έξυπνοι» άνθρωποι, οι καλλιτέχνες, είναι απαραίτητα και δυστυχισμένοι άνθρωποι;

Όχι αλλά πιστεύω υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να είσαι δυστυχής και στο να μην είσαι απλά ικανοποιημένος. Ένας καλλιτέχνης ,ο οποίος παράγει ουσιαστικό έργο, δεν είναι ποτέ ευχαριστημένος. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι δυστυχής, αλλά κάποιος που λέει «Εντάξει, καλά είμαι, δε χρειάζομαι τίποτα άλλο στη ζωή μου.» , δεν έχει κάτι να προσφέρει ούτε στον εαυτό του, ούτε στους άλλους.

Έχουν υπάρξει άσχημα σχόλια για τη μουσική σου; Πώς τα διαχειρίζεσαι;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ακούσει άσχημα σχόλια γι αυτό που κάνω, έχω ακούσει άσχημα σχόλια γι αυτό που είμαι. ( γέλια) Εντάξει, την εποικοδομητική κριτική πάντα τη δέχομαι, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και επειδή προσπαθώ να είμαι πολύ ειλικρινής με τον εαυτό μου, καταφέρνω συνήθως να γνωρίζω τι ισχύει και τι όχι.  Από ‘κει και πέρα δε μ’ ενδιαφέρει να με στολίζουν με ό,τι επίθετα θέλουν, απ’ τι στιγμή που εγώ ξέρω τι γίνεται και οι άνθρωποι που ‘ναι σημαντικοί στη ζωή μου.

Τι σ’ αρέσει να κάνεις στην Αθήνα;

Βόλτες. Μ’ αρέσει να βρίσκω γωνιές στην Πλάκα και απλά να κάθομαι. Να χαζεύω ποιος περνάει, ποιος έρχεται. Να ακούω τι γίνεται. Νομίζω δεν είναι κάτι συγκεκριμένο που μ’ αρέσει να κάνω. Είναι η ατμόσφαιρα που με προτρέπει να κάνω πράγματα τα οποία θα μπορούσα να κάνω και αλλού κάλλιστα, απλά εδώ μου δίνεται η διάθεση.

Αν δει κάποιος το στυλ σου και τα πράγματα που σου αρέσουν, θα διακρίνει ένα νόστο για το παρελθόν. Είναι αυτό ένα καταφύγιο ενάντια στην τρέλα του σύγχρονου κόσμου, ή ένα προσωπικό φετίχ;

Δεν είναι τρελός ο σύγχρονος ο κόσμος, είναι βαρετός. Μακάρι να ‘ταν τρελός. Γενικά ναι, πιστεύω ότι σε κάποιες στιγμές στο παρελθόν το ανθρώπινο είδος υπήρξε καλύτερο. Είχε περισσότερη ειλικρίνεια ας πούμε. Και μετά είναι κάποια άλλα πράγματα μικρότερης σημασίας όπως η αύρα των ανθρώπων, οι τρόποι τους, η κοινωνία, η οποία σήμερα είναι σε λυπηρό στάδιο. Προσπαθώ να τα βλέπω όλα με χιούμορ, αλλά καμιά φορά λέω «Ρε παιδί μου κοίτα τους  τώρα πόσο σκαλωμένοι είναι, γιατί;». Εντάξει, φταίνε διάφορα. Φταίνε οι εποχές που ζούμε, που ‘ναι δύσκολες, φταίει το ότι έχουμε φτάσει τη μαζική κουλτούρα σ ‘ ένα επίπεδο που δεν πάει παρακάτω. Δε μπορώ να πω ότι είναι νοσταλγία ακριβώς, αλλά βρίσκω τα καλά πράγματα από κάθε εποχή και τα προσαρμόζω στον εαυτό μου. Δεν είναι ούτε fashion statement, ούτε τίποτα. Είναι ένας τρόπος για να αισθάνομαι εγώ άνετα. 

Τι ακολουθεί μετά το Ep;

Το πρόγραμμα μπορεί ν’ αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Αυτή τη στιγμή συγκεντρώνω ένα μουσικό σχήμα για ν’ αρχίσω συναυλίες, ξεκινώντας απ’ την Αθήνα για να κάνω και πειράματα τι πιάνει και τι όχι. Να στήσω λίγο και - αυτό που έλεγε ο Wagner – το Gesamtkunstwerk, το πλήρες θέαμα. Το οπτικοακουστικό. Και έπειτα ετοιμάζω ένα album, όπου σκοπεύω να ξεκινήσω τις ηχογραφήσεις μετά τα Χριστούγεννα.

Ποιο θα είναι το μοτίβο που θα διατρέχει αυτό το album;  Έχεις καταλήξει;

Δε θα είναι συνεχής ιστορία, όπως ήταν αυτό τώρα. Είμαι λίγο διχασμένος είναι η αλήθεια. Οι μισές ιδέες που έχω έχουν να κάνουμε με τη σεξουαλική ευθύτητα και την ηδονοβλεψία και το υπόλοιπο κομμάτι έχει να κάνει με υπαρξιακά ζητήματα, αλλά θέλω να βρω έναν τρόπο να τα συνδυάσω για να έχει μια ομοιογένεια σαν θέμα.

Ποια είναι η σχέση σου με τη θρησκεία Κωνσταντίνε;

Έχει περάσει από πάρα πολλά στάδια. Από τον Παγανισμό… Για αρκετό καιρό ήμουν αγνωστικιστής επίσης. Διαβάζω πολλά θρησκευτικά κείμενα, γιατί τα βρίσκω ενδιαφέροντα λογοτεχνικά, όχι τίποτα άλλο. Οπότε για να μην ταλαιπωρώ τον εαυτό μου, έχω καταλήξει να δηλώνω Χριστιανός Ορθόδοξος, έτσι για την ταυτότητα. Δεν είμαι άθεος. Ποτέ δεν υπήρξα. Πάντα πίστευα ότι κάτι υπάρχει. Είναι η ατάκα που είχε στην ταινία για τον Ray Charles που έλεγε: «Μ’ αγαπάει ο Θεός, αγαπάω το Θεό αλλά υπηρέτης δεν είμαι.».

Ποιο τραγούδι ξεχωρίζεις από το “It could be worse”;

Είναι δύσκολο αυτό. Ποιο ξεχωρίζω… Ξέρω να σου πω ποιο αγαπάει ο κόσμος. Το “Little Girl”. Είναι το πιο εύπεπτο και pop. Το κάθε τραγούδι στο γράψιμο του αποτέλεσε μια εμπειρία. Και χρειάστηκε πολύ σκέψη όχι μόνο ποιητικά αλλά και ενορχηστρωτικά. Όλο εμφανίζονταν καινούργια πράγματα από το πουθενά τα οποία προσέθετα και αυτό είναι το πιο δύσκολο μέρος της δημιουργίας. Όλο κάτι προέκυπτε το οποίο δεν ήθελα να διώξω και έπρεπε να κάτσω να το σκεφτώ, πώς θα το εντάξω.

Λες ότι στον κόσμο αρέσει το “Little Girl” επειδή είναι το πιο pop και πιο εύπεπτο. Θεωρείς άρα ότι ο κόσμος δεν είναι εκπαιδευμένος ν’ ακούει δύσκολα και πιο avant -garde τραγούδια;

Όχι καθόλου. Ίσα – ίσα πιστεύω ότι είναι της μόδας το avant - garde. Πάντα ήταν. Απ’ το ’60 δηλαδή πάντα μια μερίδα του κοινού ήθελε να νιώθει την ικανοποίηση του «Α, τι ψαγμένο ήταν αυτό που άκουσα τώρα!». Γι αυτό και πιάσανε εκ των υστέρων και μπάντες όπως  οι  Einstürzende Neubauten.  Αρκετοί καταλάβαιναν εις βάθος τι γίνεται και άλλοι λέγανε τι ψαγμένο που είναι. Οπότε αυτό δε μ’ ενοχλεί, ίσα – ίσα είναι και καλό marketing. Αλλά όχι, νομίζω ότι στο συγκεκριμένο κομμάτι είναι αυτό το groove το πιο latin που έχει, η φωνή που είναι πιο σαφής,  έχει κι αυτή τη μορφή του nursery rhyme. Θυμίζει λίγο και το “Down by the water”, της PJ Harvey. Αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Ε, νομίζω ότι όλος αυτός ο συνδυασμός είναι που έχει κάνει τον κόσμο να το λατρέψει περισσότερο από  τ’ άλλα.

Είσαι πάρα πολύ μικρός για όλα αυτά. Για να ‘χεις κάνει τόσα πράγματα και να είσαι σ’ ένα τέτοιο επίπεδο σκέψης. Πόσο σκληρό είναι αυτό; Θυσίασες ας πούμε την παιδικότητά σου;

Όπως είπα στην αρχή μπήκα από πάρα πολύ μικρός στο λούκι, ότι έχεις μια κλίση και θα την ακολουθήσεις με ό,τι θυσίες κι αν χρειαστούν. Η παιδική μου ηλικία όμως ήταν φυσιολογική. Και τα σχολικά μου χρόνια. Η φοιτητική μου ζωή δεν ήταν καθόλου «φοιτητική ζωή». Έμεινα μόνος μου τέσσερα χρόνια, ανέλαβα όλες μου τις ευθύνες σχεδόν μόνος μου και μπήκα κατευθείαν σε μια λογική ότι θα τελειώσω τις σπουδές μου σε τέσσερα χρόνια για να μπω απευθείας σε τροχιά καριέρας. Αυτό που κάνω είναι ένα αποτέλεσμα όλων των εμμονών μου με τις οποίες είμαι πολύ άνετος, αλλά για να διατηρήσω το χαρακτήρα μου έχω θυσιάσει πολλά και κυρίως την προσωπική μου ζωή.  Έχω δεχτεί ότι προκειμένου να διατηρήσω αυτό που έχω φτιάξει με τόσο κόπο, θα αντιμετωπίσω πολύ απομόνωση και περιθωριοποίηση. Αλλά έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα.

Θα χαρακτήριζες δηλαδή τον εαυτό σου μοναχικό κατ’ επιλογή;

Ναι, αλλά όχι αντικοινωνικό. Περνάω πολύ ευχάριστα χρόνο με ανθρώπους αλλά θέλω μετά τον διπλάσιο χρόνο μόνος μου.

Θέλω να καταλήξουμε με ένα αγαπημένο λογοτεχνικό βιβλίο, μία αγαπημένη ταινία,  και ένα αγαπημένο album.

Δύσκολο αυτό. Πολύ δύσκολο. Θα παίξω πολύ safe και θα πω «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλέρ. Ταινία θα μπορούσα να πω το “Amadeus” , γιατί το είδα έξι χρονών και είπα αυτό θέλω να κάνω, αυτό που κάνει αυτός με την περούκα, αλλά όχι θα πω κάτι που αντιπροσωπεύει πολύ αυτό που κάνω, το Les Mepris του Godard. Έχει αυτό το… Ξεκινάμε από έναν ιδανικό έρωτα, πάμε στην απόρριψη, στο μίσος και μετά στη νέμεση. Και επίσης στο τέλος καταλήγεις να τους αντιπαθείς όλους σ’ αυτή την ταινία, εκτός απ’ τον Fritz Lang βέβαια, που δεν κάνει τίποτα. Και album, είναι πολλά, αλλά αυτό που με επηρέασε ως συνθέτη και ως τραγουδοποιό είναι το “Histoire de Melody Nelson”. Με επηρέασε πάρα πολύ και το ότι είχε τη μορφή της ιστορίας και οι ενορχηστρώσεις και η αφήγηση. Οπότε πολύ Γαλλία. (γέλια)

Heroine:

Little Girl:

 

https://www.facebook.com/ConstantineKyrtsisArt?fref=ts

 



back to main