Lustlands vol. II
Στέλιος Παπαγρηγορίου

Ο φίλος μας ο Στέλιος πήγε στο φετινό lustlands και πρέπει να πέρασε πολύ ωραία γιατί έγραψε γι’ αυτό ολόκληρη νουβέλα! Και ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος μοιράζεται μαζί μας τις φωτο του.

Στεκόταν στο ράφι με μία ουδέτερη έκφραση προσώπου κοιτώντας ένα Raid για κατσαρίδες και μυρμήγκια. Έβαλε μέσα στην τσάντα ώμου του το Raid και ένα Autan για τα κουνούπια που του είχε πει η Τζένη να πάρει. Αισθάνθηκε πολύ σημαντικός και πως ήταν πολύ καλός με τη σχέση του διότι είχε θυμηθεί να πάρει το Autan που του είχε πει η Τζένη.

 Σχεδόν έτρεξε μέχρι την έξοδο του σούπερ μάρκετ γιατί φοβήθηκε μήπως κάποιος τον είδε. Μία κυρία με τη στολή του σούπερ μάρκετ τον κοίταξε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου κι ο Ντάνυ πήδηξε ένα καλαθάκι κόκκινο, πλαστικό, που ήταν μπροστά από το ταμείο για να περάσει.

 Ο Ντάνυ γύρισε πίσω με τη μηχανή στο σπίτι. Έκανε μπάνιο και ξυρίστηκε και κόντινε λίγο το μουστάκι με τον νυχοκόπτη, ελαφρυά.

Η Τζένη ήρθε μετά από μία ώρα στο σπίτι του με το μηχανάκι της.

«Ο Λάκης και ο Άρης είναι πολύ καλά παιδιά, θα τους γνωρίσεις» είπε η Τζένη.

«Φοβάμαι να μην βαρεθώ εκεί» είπε ο Ντάνυ και πήρε μία δραμαμίνη. Έδωσε μία και στη Τζένη.

«Δεν θα βαρεθείς, αν βαρεθείς θα πεθάνω» είπε η Τζένη.

Ετοιμάστηκαν. Η Τζένη του έφτιαξε τα ρούχα και ο Ντάνυ κοιτούσε και αισθανόταν χαρούμενος.

Τους πήγε στο πλοίο η μάνα του Ντάνυ. Η μάνα του Ντάνυ ήταν υπερβολικά ομιλιτική στο αυτοκίνητο και ο Ντάνυ αισθανόταν άβολα γιατί ήταν μαζί και η Τζένη.

Ανέβηκαν στο πλοίο μία ώρα νωρίτερα.

«Γιατί έρχομαι στο Lustlands;» είπε ο Ντάνυ και άναψε τσιγάρο.

Είχαν καθίσει κάτω από τη σκάλα στο τελευταίο πάτωμα του πλοίου. Είχαν στρώσει τους υπνόσακκους στο χαλί.

«Θα είναι ωραία, μην ανυσηχείς» είπε η Τζένη και άναψε κι εκείνη το 19ο τσιγάρο της ημέρας.

Η Τζένη κάπνιζε πιο πολύ από τον Ντάνυ και ο Ντάνυ έπαιρνε πιο πολλές δραμαμίνες συνήθως από την Τζένη. Και οι δύο όμως κάπνιζαν τσιγάρα και έπαιρναν δραμαμίνες σε καθημερινή βάση.

Ο ύπνος στο πλοίο δεν ήταν καλός και το πρωί ήρθε πιο δύσκολα για τον Ντάνυ. Η Τζένη κοιμήθηκε πιο βαθιά.

Τους πήραν από το σταθμό του ηλεκτρικού στον Πειραιά, μπροστά από το εμπορικό επιμελητήριο. Οδηγούσε η Διονυσία και συνοδηγός ήταν η Φιλίππα.

«Αγχώνομαι λίγο να οδηγάω» είπε η Διονυσία.

«Εγώ είμαι η Φιλίππα» είπε η Φιλίππα στον Ντάνυ και στην Τζένη.

Ο Ντάνυ έπαιζε ντραμς στα μπούτια του με τα χέρια γιατί αγχωνόταν και όταν αγχωνόταν τον έπιανε το ΣΕΕ του. Η Τζένη τον κοιτούσε και του χαμογελούσε και του κρατούσε το χέρι και αυτό τον έκανε πιο ήρεμο.

Ο μισός δρόμος ήταν καλός αλλά ο άλλος μισός πολύ κακός και με πολλές στροφές. Έφαγαν τυροπιτάκια της μάνας της Τζένης και όλοι ήταν χαρούμενοι. Καπνίζανε όλοι μέσα στο αυτοκίνητο εκτός από τον Ντάνυ που πήρε δύο δραμαμίνες.

«Εσύ είσαι μία από τις Callasettes σωστά;» είπε η Φιλίππα στη Τζένη. Η Τζένη είπε ναι.

«Κι εγώ είμαι μία από τις Callasettes» είπε η Φιλίππα.

Έφτασαν στις 11 το πρωί περίπου στο κτήμα.

«Ωραίο κτήμα, ευρύχωρο και κοντά έχει θάλασσα» είπε ο Ντάνυ.

Ο Ντάνυ γνώρισε τον Άρη και τον Λάκη και την Άντα και την Ειρήνη.

Ο Ντάνυ και η Τζένη έστεισαν τη σκηνή τους κάτω από μία πορτοκαλιά. Παντού υπήρχαν πορτοκαλιές και διάφορα άλλα δέντρα που δεν ήξεραν πως τα έλεγαν.

«Εγώ είμαι ο Ηλίας» είπε ο Ηλίας που κούρευε κάτι τριανταφυλλιές με ένα ψαλίδι.

Έφαγαν και μετά κοιμήθηκαν λίγο και μετά ξύπνησαν και πήγαν με μία βάρκα-ταξί μέχρι την Ύδρα μαζί με τον Άρη και τον Λάκη. Πήγαν σε μία έκθεση τέχνης με πηλό. Είχε πολύ κόσμο. Ο Ντάνυ έπαθε ηψοφοβία και ζαλιζόταν και η Τζένη του συμπαραστάθηκε.

Η Τζένη κοιτούσε ένα σωρό από πηλό και της άρεσε.

Οι περισσότεροι που κοιτούσαν την έκθεση ήταν ένα παράξενο είδος ευκατάστατων τουριστών.

«Μίσος ταξικό» είπε ο Ντάνυ και η Τζένη χαμογέλασε και του έπιασε λίγο τον κώλο για να καλμάρει. Κάποιοι τυχαίοι άνθρωποι έξυναν τεράστια κομμάτια πηλού ημίγυμνοι και ένα ραδιοφωνάκι έπαιζε μουσική που προκαλούσε αρνητικά συναισθήματα στον Ντάνυ.

Γύρισαν πάλι με τη βάρκα-ταξί και κοιμήθηκαν στη σκηνή τους.

Η νύχτα ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τον Ντάνυ γιατί δεν είχαν υποστρώματα και το έδαφος ήταν γεμάτο πέτρες. Η Τζένη κοιμήθηκε καλά γιατί ήταν πολύ κουρασμένη. Ο Ντάνυ πήρε μία δραμαμίνη και έβρισε σιγανά μερικές χριστοπαναγίες για να μην ξυπνήσει τη Τζένη.

Το πρωί σηκώθηκαν στις έξι. Ο Ντάνυ έφαγε τρία πορτοκάλια από την πορτοκαλιά και η Τζένη έκλεψε μία μπανάνα από την κουζίνα του κυρίως κτιρίου. Ένα τυχαίο σκυλί ήρθε και τους κοιτούσε.

Σήμερα ήταν Τρίτη και ήταν η μέρα του Lustlands vol.II.

«Πρέπει να βοηθήσουμε» είπε η Τζένη.

«Ναι» είπε ο Ντάνυ.

Πήγαν για ύπνο στις 12 το μεσημέρι. Η Τζένη σηκώθηκε και άρχισε να κάνει πρόβα τα λόγια της ως Callasette.

«Το κεντρικό theme του Lustlands vol.II είναι ο Μεγάλος Ανατολικός του Εμπειρίκου» είπε η Φιλίππα.

Μία γυναίκα έφερε μία μεγάλη νέον άγκυρα και κάποιος την κρέμασε σε ένα δέντρο. Ήταν μία πολύ όμορφη άγκυρα νέον.

Κόσμος ερχόταν κάθε μισή ώρα.

Καλλιτέχνες άπλωναν και κρεμούσαν και έφτιαχναν τα έργα τους γύρω από το σπίτι του κτήματος το οποίο τελούσε χρέη γκαλερί.

Στις 6 το απόγευμα ήταν όλα έτοιμα. Ο Ντάνυ και η Τζένη έπιναν τσίπουρο γιατί ο Άρης και ο Λάκης είχαν πιεί όλη τη ρακή.

Τα performance ξεκίνησαν με το αγόρι που είχε βαφτεί και έκανε κάτι σε ένα χωράφι με φυτεμένα κουκιά. Περίεργη μουσική ακουγόταν. Ο κόσμος έπινε μπύρα και έτρωγε και κοιτούσε το αγόρι που χόρευε στο χωράφι. Το αγόρι ήταν βαμμένο με λευκή μπογιά και φορούσε ένα ναυτικό καπέλο.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο Ντάνυ τη Τζένη.

Η Τζένη ανασήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε.

Μία γυναίκα είχε ανέβει σε μία ελιά και διάβαζε ένα βιβλίο και καθόταν πάνω σε ένα σαμάρι πάνω στην ελιά. Ο γιος του Εμπειρίκου, ο Λεωνίδας, ήταν εκεί μαζί τους.

«Αυτός είναι ο γιος του Εμπειρίκου» είπε η Τζένη.

«Του μοιάζει λίγο» είπε ο Ντάνυ.

Η Αφροδίτη ξεκίνησε να παίζει τους ήχους της μέσα σε κάτι δέντρα πίσω από το σπίτι. Ο Ντάνυ και η Τζένη κοιτούσαν την Αφροδίτη. Ο ήχος ήταν σαν τοίχος. Ο Ντάνυ έφυγε από εκεί κοντά γιατί ο ήχος ήταν πολύ δυνατός για εκείνον, του άρεσε όμως να τον ακούει από πιο μακρυά.

Ο Ντάνυ πήρε μία δραμαμίνη και άνοιξε μία μπύρα και κοιτούσε την νέον άγκυρα για λίγη ώρα με μία ουδέτερη έκφραση προσώπου. Το τσίπουρο είχε τελειώσει κι αυτό.

Η Τζένη κάπου είχε πάει και ετοιμαζόταν για το performance της.

«Πάμε όλοι μαζί πάνω στο λόφο, εκεί υπάρχει κάτι που πρέπει να δείτε» είπε η Νάντια, η κουράτωρ του Lustlands vol.II.

Ο Ντάνυ ακολούθησε τον κόσμο που ανέβαινε το λόφο πάνω από το κτήμα.

Παντού ακούγονταν ήχοι ηδονής, μέσα από τους θάμνους και τις ελιές.

Φτάσαμε στο τέρμα του λόφου. Όλοι μιλούσαν και γελούσαν.

«Κοιτάξτε, κάτι κάνουν πάνω στην ταράτσα» είπε κάποιος και έδειξε την ταράτσα του σπιτιού στο κτήμα από κάτω μας με το χέρι του.

Δύο άνθρωποι κάτι έκαναν στην ταράτσα, γυμνοί. Το κορίτσι είχε καβαλήσει το αγόρι και έκαναν σεξ πάνω στην ταράτσα.

 «Πολύ ωραίο» είπε μία κυρία.

 «Πολύ καλό» είπε ένας άλλος κύριος από το πλήθος.

 «Θέλω ένα τηλεσκόπιο» είπε ένας κύριος χωρίς μαλλιά και γυαλιά.

Ο Ντάνυ κοιτούσε πιο πολύ τον κόσμο που είχε ξεμείνει κάτω στο κτήμα και κοιτούσε από πιο κοντά το ζευγάρι στην ταράτσα. Αισθανόταν περίεργα.

Το πλήθος κατηφόρησε πάλι για το κτήμα.

Ο Ντάνυ άναψε τσιγάρο και κάποιος του πρόσφερε κρέας από τον ξυλόφουρνο. Μπήκε στην κουζίνα και έκλεψε ένα σκόρδο. Το έφαγε ολόκληρο, ωμό. Κάποιος τον κέρασε χόρτο. Κάπνισε χόρτο. Η δραμαμίνη σε συνδυασμό με το χόρτο και το τσίπουρο και τη μπύρα του άφηνε ένα ωραίο πράγμα στο κέντρο του κεφαλιού του.

Ο Ντάνυ έκατσε μπροστά από ένα λευκό πανί που το είχαν στήσει για προβολή VHS ταινιών.

«Τι κάνεις;» ρώτησε ο Ντάνυ τον Ανδρέα που άλλαζε ταινίες VHS κάθε πέντε λεπτά.

 «Είναι μία προβολή με θέμα το ονειρικό στο σινεμά» είπε ο Ανδρέας και χαμογέλασε.

Ο Ντάνυ έκατσε και είδε πολλές σκηνές από ταινίες.

Είχε σκοτεινιάσει πλέον και η νέον άγκυρα πάνω στο δέντρο ήταν πράσινη και μπλε, φωτεινή.

Κάποιοι έκαναν performance με λουκάνικα και ψωμιά και φωτιά και κάποιοι άλλοι ένα άλλο performance που λεγόταν Η Θυσία η κάτι τέτοιο.

Ο Ντάνυ είχε αράξει στις ταινίες και κοιτούσε το λευκό σεντόνι και τον Ανδρέα που άλλαζε τις ταινίες VHS. Υπήρχε κι ένα μικρό γιαπωνεζάκι κάπου εκεί.

Θόρυβος ακούστηκε από το κοτέτσι το οποίο ήταν στολισμένο με διάφορα πράγματα και δεν έμοιαζε πλέον με κοτέτσι.

Ο κόσμος μαζεύτηκε στο κοτέτσι για να δει τους The Callas να παίζουν ζωντανά.

Ο Ντάνυ πλησίασε και έφαγε άλλη μία δραμαμίνη. Αναρωτήθηκε εαν μπορεί να πάθει δηλητηρίαση από τις δραμαμίνες και να πεθάνει.

Σκέφτηκε πως θα ήταν ωραίο να πεθάνει στο Lustlands.

Οι The Callas έπαιζαν δυνατά και οι Callasettes διάβαζαν αποσπάσματα από τον Μέγα Ανατολικό του Εμπειρίκου μεταφρασμένα στα αγγλικά, φορώντας μόνο τα λευκά φορέματα- σεμεδάκια τους.

Κάποιος ούρλιαξε και ένας άντρας έτρεξε γυμνός στη σκηνή. Όλοι ζητωκραύγασαν. Ο γυμνός άντρας στάθηκε ανάμεσα από τις Callasettes.

Κάποιος είπε πως ήταν ο νέος Callasettos ή κάτι τέτοιο.

«Τι κάνει;» ρώτησε κάποιος τον Ντάνυ για τον γυμνό άντρα.

 «Δεν ξέρω» είπε ο Ντάνυ με μία ουδέτερη έκφραση προσώπου ζόμπι.

Ακολούθησαν ζωντανά οι Velvoids και οι Microondas.

Το Lustlands II είχε σχεδόν τελειώσει. Όλοι ήταν ικανοποιημένοι και κουρασμένοι και πιθανότατα όμορφοι μέσα στο κεφάλι τους. Όλοι είχαν τεράστια μάτια.

Ο Ντάνυ πλησίασε τη Τζένη.

«Πως πέρασες;» είπε η Τζένη.

«Ωραία» είπε ο Ντάνυ.

Την πήρε από το χέρι και πήγαν πίσω στη σκηνή τους χωρίς να μιλάνε.

 

Ο στέλιος παπαγρηγορίου έχει γράψει τρεις νουβέλες, δύο συλλογές διηγημάτων και ένα μικρό βιβλίο με ποιήματα, τα περισσότερα από αυτά θα τα βρείτε εδώ :

http://steliospapagrigoriou.blogspot.gr

Η τελευταία του νουβέλα με τίτλο «Γούντι Άλεν» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λούμπεν.



back to main