Ο Ιώβ και τα χαμένα καλαπόδια του γέροντα Παΐσιου
Διονύσης Ανεμογιάννης

Σε έναν κόσμο που όλοι τρέχουν να προλάβουν μια καθημερινότητα που ποτέ δεν προλαβαίνουν, ο κ. Παναγιώτης Παπαδόπουλος εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια επιμελείται με φροντίδα όσους έμεναν πίσω λόγω βηματισμού.

Φωτο: Manteau Stam.

Παραδοσιακός τσαγκάρης με ειδίκευση στην κατασκευή ορθοπεδικών παπουτσιών, ο κ. Παναγιώτης έχει κατασκευάσει αμέτρητα παπούτσια, έχει βοηθήσει παιδιά να βρουν το βήμα τους και ενήλικες την αυτοπεποίθησή τους. Βαθειά θρησκευόμενος, μοίρασε το χρόνο του μετατρέποντας το τσαγκάρικο του σε κατηχητικό, απ’ όπου όπως περηφανεύεται βγήκαν παπάδες, διάκοι και αρχιμανδρίτες. Σήμερα μεγάλος σε ηλικία, με προβλήματα υγείας να τον εμποδίζουν να κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο, αποφάσισε να αποσυρθεί από το επάγγελμα, τον πρόλαβε, όμως, ο ανιψιός του, ο Ιώβ, που έμαθε την τέχνη δίπλα του, παράτησε την κανονική του δουλειά και ανέλαβε το ιστορικό εργαστήριο της Καλλιδρομίου.

Τα χέρια του κ. Παναγιώτη είναι γρήγορα και επιδέξια. Ξηλώνουν πάτους, τοποθετούν καινούριους, ενώ εκείνος μας μιλά χαμηλόφωνα και απαλά, μ’ ένα σφυρί στο χέρι. Πίσω του βρίσκονται στοιβαγμένα εκατοντάδες ξύλινα καλαπόδια (μοντέλα ποδιών στα οποία μοντάρονται τα παπούτσια), τα οποία αντιστοιχού σε πελάτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων ξεκίνησαν να έρχονται στο μαγαζί σαράντα χρόνια πριν. Δίπλα, ένα αρχείο με κίτρινους φακέλους κρατά το ιστορικό των πελατών. «Κάνουμε επιδιορθώσεις και κατασκευάζουμε από το μηδέν καινούρια παπούτσια. Το μαγαζί, όμως, ειδικεύεται στην κατασκευή ορθοπεδικών χειροποίητων υποδημάτων πάσης φύσεως παθήσεων ποδιών και πελμάτων», εξηγεί συνοπτικά ο ανιψιός του Ιώβ που παρακολουθεί προσεκτικά τον θείο του, τις πολύτιμες ώρες που περνά από το μαγαζί να βοηθήσει. Ο κύριος Παναγιώτης Παπαδόπουλος κατέβηκε νέος από τη Δράμα στην Αθήνα για να μάθει τη τέχνη της κοπτοραπτικής σε παπούτσια. Από τότε και για μια ολόκληρη ζωή δεν έκανε άλλο επάγγελμα, «Ο θείος μου γεννήθηκε για να γίνει τσαγκάρης» συμπληρώνει ο Ιώβ.



«Μικρός ήμουν μεγάλος αλήτης», αιφνιδιάζει ο κ. Παναγιώτης. «Όπου έβρισκα φρούτα στη γειτονιά, τα σούφρωνα. Ήμασταν φτωχή οικογένεια, δέκα αδέρφια που από τις κακουχίες μείναμε επτά. Μας είχαν ρημάξει οι Βούλγαροι που ήταν κατοχική δύναμη στη Δράμα το ’40. Ο κόσμος δεινοπαθούσε. Πιτσιρικάς δεν είχα παπούτσια, ξυπόλυτος περπατούσα στο χιόνι για να πάω στο σχολείο. Κάποια στιγμή ένας θείος μου μού έδωσε ένα ζευγάρι πέδιλα. Μόλις τα φόρεσα, δεν το πίστευα. Έτρεχα από εδώ, έτρεχα απ’ εκεί, χτυπούσα πέτρες, σκαρφάλωνα. Κάποια στιγμή είδα ότι το πέδιλο είχε ξεκολλήσει. «Αμάν, τώρα θα με σκοτώσει η μάνα μου», σκέφτηκα. Πήγα, λοιπόν, στον τσαγκάρη, που ήταν ένας από τους καλύτερους της Δράμας και του είπα να μου φτιάξει τα πέδιλα και θα τον πλήρωναν οι γονείς μου. «Άντε βρε αλήτη φύγε από εδώ», μου είπε και με έδιωξε κακήν κακώς. Έφυγα τόσο πολύ στεναχωρημένος και αποφάσισα όταν μεγαλώσω να γίνω τσαγκάρης και όταν κάποιος περνάει με χαλασμένο παπούτσι από το μαγαζί, να αφήνω όλες μου τις δουλειές στην άκρη και να του φτιάχνω πρώτα το δικό του. Και έτσι συνέβη. Έγινα τσαγκάρης και ποτέ δεν άφησα άνθρωπο με χαλασμένο παπούτσι.

Το ραδιόφωνο κάπου ψηλά συνοδεύει τις ιστορίες με εκκλησία στα FM, ενώ ο κ.Παναγιώτης δεν έχει σταματήσει λεπτό τη δουλειά. Ο ανιψιός του, σηκώνεται να μας δείξει μερικά από τα σπάνια κομμάτια που βρίσκει κανείς στο εργαστήριο. Ένα ζευγάρι μπότες αεροσυνοδών της Ολυμπιακής της δεκαετίας του ’70 για παράδειγμα, ή κάτι ξύλινα καλαπόδια με σημάδια σκαλιστά και μαρκαδόρου που κρέμονταν περίοπτα στο εργαστήριο του διπλανού δωματίου. «Διάβασε τι λένε», μας προτρέπει και αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για τα καλαπόδια του γέροντα Παΐσιου. Ο κ. Παναγιώτης ως τακτικός επισκέπτης στο Άγιο Όρος, τον συναντούσε συχνά και τον συμβουλευόταν. Από ευγνωμοσύνη του πρόσφερε παπούτσια. Δεν σταμάτησε όμως εκεί ο κ. Παναγιώτης. Έκανε το τσαγκάρικο του κατηχητικό για τα παιδιά της γειτονιάς, γεμίζοντας το παιχνίδια ενώ κατάφερε να πάρει το απέναντι νεοκλασσικό και να ιδρύσει εκεί τη Χριστιανική Μαχητική Ομάδα Καλλιδρομίου.
Στο τσαγκαράδικο οι δύο νεαροί φίλοι ξεκινούν δουλειά και αφήνουν τον αρχιμάστορα να πάει στη γυναίκα του που έχει μαγειρέψει. Ραιβοποδίες, πλατυποδίες και ζευγάρια πόδια φορώντας παντόφλες περιμένουν τα κατάλληλα υποδύματα και οι νεαροί τεχνητές δείχνουν έτοιμοι να τα αναλάβουν.

Το τσαγκαράδικο βρίσκεται Καλλιδρομίου 36, Εξάρχεια



back to main