Athens cock porn
Λεύκιος

«Τα σινεμά αυτά είναι απόλυτα ανδροκρατικοί χώροι, όπως τα παλιά καφενεία πριν τις χαζοχαρούμενες καφετέριες. Έχουν τους δικούς τους κώδικες, τους δικούς τους ανθρώπους, τη δική τους νομοτέλεια. Στοιχειώνονται από μοναξιές, ερημιές, απογοητεύσεις, προσδοκίες.

Κυρίως είναι μια λύση πρόσκαιρης ξεχασιάς, μια αναβολή μαύρων σκέψεων, ένα ξόρκι αποτελεσματικό μέχρι ν’ απειλήσει πάλι το κοράκι.

Ο κόσμος τους είναι ένα πολύχρωμο φθαρμένο και θαμπό μωσαϊκό, όπως εκείνα των χαμένων πολιτισμών και των κατεστραμμένων πόλεων. Κάτι μυστηριώδες κι ανικανοποίητο πλανιέται στους διαδρόμους και στα καθίσματά τους. Κάποιες ψηφίδες του μωσαϊκού ακόμη λάμπουν, άλλες έσπασαν, αλλού υπάρχουν χάσματα που πρέπει να συμπληρώσεις με τη φαντασία και το ένστικτο. Το αίσθημα που σου γεννάνε τα πορνεία της Πομπηίας με τις τοιχογραφίες τους. Το κοινωνικό στίγμα που επισύρει η προσέλευση στους χώρους αυτούς δεν είναι ικανό να μειώσει την ποιητική τους διάσταση. Έστω».

Έτσι μιλάει ο Ανδρέας Αγγελάκης για τα «αλησμόνητα σινεμά» στο ομότιτλο βιβλίο του που έβγαλε το 1989 ο Εξάντας και που σήμερα είναι εξαντλημένο. Ροζικλαίρ, Μοντιάλ, Σινεάκ, Αθηναϊκόν, Ελλάς στην Αθήνα, Ηλύσια, Ολυμπίκ και Φως στον Πειραιά – και τα τρία στην Τρούμπα. Αυτά, τότε.

Τώρα, η τηλεόραση, το dvd και το ελεύθερο downloading από το internet, που μαζί με την επελαύνουσα φτώχεια διώχνουν κόσμο από τις κινηματογραφικές αίθουσες, απειλούν κι αυτή την ειδική κατηγορία των σινεμά – ας τα πούμε τσοντοσινεμά ή πορνοσινεμά για να συνεννοούμαστε. Κι όμως: αυτή τη στιγμή εξακολουθούν να λειτουργούν καμιά δεκαριά τέτοια σ’ όλη την Αττική: ένα στον Πειραιά, και τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Αυτές οι αίθουσες διατηρούν κάτι από τη μαγεία του κινηματογράφου, κάτι από την ωμότητα της πιάτσας, κάτι από την ατμόσφαιρα του πάρκου. Αν και παίζουν κυρίως straight τσόντες, κοινό μυστικό είναι ότι σε αρκετά απ’ αυτά οι περισσότεροι θαμώνες είναι gay που ψάχνονται και νεαρά παιδιά που αναζητούν πελάτη. Κι όλα αυτά στο ημίφως, σε αίθουσες γεμάτες σκιές, σε μπουρδελόχρωμα dark room.

Το Σταρ, ο άρχοντας των σινεμά αυτών, πάνω στην Αγίου Κωνσταντίνου, μεσοτοιχία με τη Διοίκηση του ΙΚΑ, έχει χρόνια κλεισμένο. Το αρχιτεκτόνημα του εβραϊκής καταγωγής Ζακ Μωσέ, με την μοναδική αρ ντεκό πρόσοψη, στέκει σήμερα σα φάντασμα σ’ αυτό τον μέρα – νύχτα ζωηρό δρόμο της Αθήνας. Εγκαταλελειμμένο, παραιτημένο, σα να γέρασε κι αυτό μαζί με τις γενιές που μεγάλωσε. Η χαρακτηριστική γιγαντοαφίσα στην πρόσοψή του ανεμίζει σχισμένη, σα σάβανο, σα σκιάχτρο, σα σημαία καθεστώτος που έπεσε.

Μέρος της πελατείας του μοιάζει να έχει κληρονομήσει το Κοσμοπολίτ, το πιο κεντρικό, πια, σινεμά. Βρίσκεται στην οδό Μαρίκας Κοτοπούλη 7, σε μια γειτονιά που έχει ό,τι να `ναι: το αστυνομικό τμήμα Ομόνοιας, την Κομματική Οργάνωση Αθήνας του ΚΚΕ, το καφέ Απολλώνιο και τη λιμπιστική Στάνη. Το όνομα Κοσμοπολίτ είναι αρκετά ομονοιακό, αφού στην ίδια γειτονιά παλιά λειτουργούσαν δύο ομώνυμα ξενοδοχεία. Στην «Ομόνοια 1980» ο Γιώργος Ιωάννου σχολιάζει: «Πιο πάνω, στη γωνία Σατωβριάνδου και Ίωνος – τώρα, οδός Μαρίκας Κοτοπούλη – (…) βρισκόταν το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ, όπου είχε καταλύσει το καλοκαίρι του 1932 ο Καβάφης, όταν είχε έρθει στην Αθήνα άρρωστος. Και το λέγω αυτό, γιατί τώρα υπάρχει ένα άλλο ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ λίγο παρακάτω και είναι πολλοί φιλολογούντες, που θαρρούν ότι είναι εκείνο το παλιό». Πάντως στο σημείο αυτό που περιγράφει ο Ιωάννου υπάρχει και σήμερα ξενοδοχείο με το ίδιο όνομα, που είναι προσωρινά κλειστό λόγω ανακαίνισης. Φίλος μου που κατέχει από αρχιτεκτονική μού είπε ότι πιθανό αυτό να είναι το παλιό εκείνο ξενοδοχείο, όπου κάποτε κοιμήθηκε ο Καβάφης – η τεχνοτροπία και η ηλικία του κτηρίου αυτό μαρτυρούν. Το ομώνυμο σινεμά της πλαϊνής πόρτας όμως δεν ξέρω πόσα χρόνια ζωής μετράει, και είναι δύσκολο να μιλήσεις με κάποιον και να σου τα πει αυτά, αφού το εκμεταλλεύεται μεγάλη κινηματογραφική εταιρεία, τα στελέχη της οποίας είναι απρόθυμα να σου δώσουν στοιχεία για την ιστορία του. Ακόμα και στο site τους, το κρατάνε κρυμμένο. Προβάλλουν μόνο τα άλλα τους σινεμά, τα «κανονικά».

Αφού πληρώσεις τα 5 ευρώ, μπαίνεις στη στενόμακρη σκοτεινή αίθουσα – και στο βάθος τσόντα. Μόλις συνηθίσουν τα μάτια σου στο σκοτάδι, αρχίζεις και διακρίνεις δύο κυρίως τύπους ανθρώπων: τους θεατές στα καθίσματα και τα αγόρια που γυρνάνε στους διαδρόμους για να προσφέρουν παρέα. Τα αγόρια είναι κυρίως μετανάστες ή παιδιά μεταναστών, από τα Βαλκάνια και την Ανατολή. Για τη συμφωνημένη φάση υπάρχει ένα ατμοσφαιρικό dark room στο υπόγειο, όπου βρίσκονται και οι τουαλέτες. Τα παιδιά αυτή τη δουλειά την αντιμετωπίζουν σα βιοποριστικό επάγγελμα, σα μεροκάματο. Μάλιστα, επειδή το εισιτήριο ισχύει όλη την ημέρα, είναι φορές που πηγαίνουν το πρωί, κι ως το βράδυ φεύγουν και ξανάρχονται, μπαινοβγαίνουν, προς άγραν πελατείας.

Αν είσαι τυχερός μπορεί να πετύχεις κι ένα μελαχρινό παιδί από τη Βουλγαρία. Αυτός ζητάει τα διπλάσια από τον Αλβανό φίλο του, και αυτό επειδή έχει αυταρέσκεια και, για να πω την αλήθεια, αυτογνωσία. Μου λέει ότι τον ελκύουν και άντρες και γυναίκες, αλλά μερικές φορές δεν του αρέσει που πηγαίνει με γέρους τριάντα και σαράντα χρονών. Προς στιγμήν, λόγω ηλικίας, ταράζομαι, αλλά μου φανερώνει ότι δεν έκλεισε ακόμα τα δεκαεννιά – δείχνει τουλάχιστον είκοσι πέντε, έτσι γεροδεμένος και θεριακλής που στέκει. Και θυμάμαι κάτι στίχους του Ανδρέα Αγγελάκη πάλι: «…και θα διαπίστωνε για άλλη μια φορά / το φασισμό της νιότης / που αδιαφορούσε, που δεν καταδεχόταν καν να του μιλήσει» (από τα ποιήματά του «Καβάφης καθ’ οδόν»).

Από την άλλη μεριά της Ομόνοιας, στα Χαυτεία, πίσω από το notos galleries (πρώην Λαμπρόπουλος), στην οδό Λυκούργου 3, βρίσκεται εδώ και δεκαετίες το Αβέρωφ. Φτάνοντας στο ταμείο και πληρώνοντας τα 4,5 ευρώ, σε περιμένουν δύο εκπλήξεις: το προφυλακτικό που σου δίνει η ταμίας και τα στοιχεία που αναγράφονται πάνω στο εισιτήριο, τα οποία σου αποκαλύπτουν ότι το Αβέρωφ είναι αδερφάκι του Κοσμοπολίτ, αφού τα εκμεταλλεύεται και τα δύο η ίδια κινηματογραφική εταιρεία – που ντρέπεται να τα βάλει στο site της…

Στην αίθουσα παίζεται straight τσόντα, ενώ υπάρχει και εξώστης με θεωρεία, όπου μπορείς να παρακολουθήσεις gay τσόντα, σε μια μικρή οθόνη που είναι τοποθετημένη πάνω από τον προτζέκτορα της μεγάλης! Για κάπνισμα υπάρχει ειδικός χώρος, αφού, όπως αναγράφεται και στις δύο ρετρό πινακίδες στις κολώνες πλάγια της οθόνης, «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ (ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ)».

Όπως είναι λογικό, το κοινό είναι σχεδόν μοιρασμένο, με τους straight στην πλατεία και τους gay κυρίως στον εξώστη. Όσοι θέλουν να αυνανιστούν προτιμούν τη γαλαρία. Σ’ αυτό το σινεμά νιώθω και λιγάκι τεκνό γιατί μου την πέφτουν αρκετοί ηλικιωμένοι – τουλάχιστον αν καταντήσω φτωχός και άνεργος, ξέρω από τώρα ποια θα είναι η επόμενη δουλειά μου.

Λίγο παρακάτω, στο πλάι του Δημαρχείου της Αθήνας, στην οδό Κρατίνου 11, βρίσκεται από το 1985 το Αθηναϊκόν – βέβαια η απόδειξη που παίρνω από το ταμείο για τα 4,5 ευρώ γράφει «ΝΕΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ», αφού το παλιό Αθηναϊκό λειτουργούσε στη γειτονική οδό Κλεισθένους. 

Πρόκειται σαφώς για ένα σινεμά παλαιάς κοπής, και ταιριάζει πολύ με τις περιγραφές των σινεμά της δεκαετίας του `80. Κι εδώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: η μικρή, ζεστή αίθουσα παίζει straight τσόντες και οι θαμώνες είναι κυρίως Έλληνες μιας κάποιας ηλικίας και μιας κάποιας αισθητικής. Όλοι κι όλα μοιάζουν να είναι κολλημένα στα eighties.

Στο πατάρι υπάρχει άλλος, ξεχωριστός χώρος για τους gay. Μια plasma οθόνη παίζει gay τσόντα και μπορείς να αράξεις άνετα στους πάγκους απέναντί της, με την πλάτη στον τοίχο. Σε ένα μικρότερο δωματιάκι παίζει μια μικρότερη οθόνη, μπροστά σε δυο καρέκλες. Όταν είσαι εδώ πάνω, ακούς τα βογγητά και από τα δύο φιλμ, και το gay και το straight, αλλά δεν υπάρχει φόβος να μπερδέψεις τις υποθέσεις τους. Όποτε πήγα, ψωνιστήρι δεν αντιλήφθηκα. Στο πατάρι βέβαια παίζει πολύ καμάκι, αλλά όλα γίνονται κοινή συναινέσει.

Δίπλα στο Αθηναϊκό είναι το Video Show. Μπορεί να πει κανείς ότι τα δύο σινεμά είναι ανταγωνιστικά, αλλά αυτά είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, που κάτι τέτοιο δε φαίνεται να ισχύει. Εδώ, αφού πληρώσεις τα 5 ευρώ, μπαίνεις στο ισόγειο, όπου στις προθήκες υπάρχουν αριθμημένες τσόντες. Επιλέγεις μία από αυτές και με ένα επιπλέον εισιτήριο από μισό έως 2 ευρώ, τη βλέπεις μόνος σου σε μια καμπίνα. Εκτός από τις ιδιωτικές προβολές του ισογείου όμως, υπάρχει ο πρώτος όροφος και το υπόγειο.

Στον πρώτο όροφο υπάρχουν δύο οθόνες plasma, σε δύο διαφορετικούς τοίχους, που παίζουν και οι δύο την ίδια straight τσόντα. Μπορείς ν’ αράξεις στους καναπέδες και στις πολυθρόνες, ή στα σκαμπό του μπαρ. Εδώ είδα δυο σαραντάρηδες φίλους να κάθονται αντικριστά στους καναπέδες, να βγάζουν τα παπούτσια τους και να βάζουν ο ένας τα πόδια του πάνω στα πόδια του άλλου και ν’ αυνανίζονται παρέα. Ήταν πολύ συγκινητική στιγμή. Αυτοί οι δύο άντρες ίσως ψάχνουν τη χαμένη τους εφηβεία, σκέφτηκα.

Στο υπόγειο, μια οθόνη plasma παίζει bi τσόντα, ενώ υπάρχουν και καμιά δεκαριά καμπίνες για ιδιωτικές προβολές gay ταινιών. Κι εδώ συναντάς πού και πού αγοράκια που πουλάνε παρέα.

Μια βραδιά πέτυχα εδώ ένα γνωστό μου και εντελώς αυθόρμητα τον χαιρέτησα. Αυτός με χαιρέτησε με μισή καρδιά. Θα νόμιζε ότι εγώ θα πήγαινα να τον κάνω βούκινο στον κοινό μας κύκλο. Φόβος παράλογος. Τέτοιοι χώροι έχουν το δικό τους κώδικα ηθικής. Εξάλλου, άλλη δουλειά δεν είχαμε, ν’ ασχολούμαστε με το κρεβάτι και το σινεμά του αλλουνού!

Φεύγοντας από την Ομόνοια, απέναντι από το τύπου ανατολικού μπλοκ κτήριο του ΟΣΕ, στην οδό Καρόλου 8, κοντά στο σταθμό Μεταξουργείο του μετρό, λειτουργεί το [at] (adult theater), που μ’ αρέσει να το συστήνω ως πορνο-village, αφού εδώ βρίσκουμε μια κινηματογραφική αίθουσα τύπου village, με μεγάλη οθόνη, πολύ καλό ήχο και αναπαυτικά καθίσματα. Γι’ αυτό και το εισιτήριό του είναι ανεβασμένο στα 7 ευρώ. Βέβαια, μετά τις πέντε επισκέψεις έχεις ένα εισιτήριο δωρεάν.

Στο ισόγειο του σινεμά είναι η πλατεία, ενώ σκάλες οδηγούν στον εξώστη και στα θεωρεία. Εκεί πάνω υπάρχουν και καμπίνες για ιδιωτικές προβολές gay ταινιών και ό,τι προκύψει. Η ταινία στο πανί είναι πάντα straight, ενώ εδώ έχουμε και μία σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με το κοινό, αφού συναντάμε και γυναίκες! Είναι φορές που καταφτάνει κάποιο ζευγάρι και παρακολουθεί τσόντα – ίσως για να παίρνουν ιδέες. Επίσης μπορεί να πετύχεις και καμία τραβεστί – θαμώνας μού είπε ότι η ίδια είναι και έρχεται συνέχεια. Πάντως, εκτός από τα αγόρια που ψάχνουν πελάτες, θα δεις και ωραία αντράκια που ψάχνονται, κι αυτό είναι ό,τι πιο αυθεντικό και όμορφο συμβαίνει εδώ μέσα.

Στο υπόγειο του σινεμά υπάρχει ένα dark room, με ένα μεγάλο στρώμα, αλλά και διάφορα περίεργα εξαρτήματα, όπως μια κούνια, τα οποία δεν ξέρω σε τι ακριβώς χρησιμεύουν κι ούτε είδα και κανέναν να τα χρησιμοποιεί. Μάλλον αυτά είναι για τους πολύ βιτσιόζους πελάτες.

Το πιο απομακρυσμένο από την Ομόνοια σινεμά είναι το Σινέ Ορφέο. Αυτό λειτουργούσε ως το 1997 με το όνομα ΑΝΤΙΝΕΑ στη Λιοσίων 205, εκεί που σήμερα είναι το Gagarin. Εκείνη τη χρονιά κατηφόρισε προς το Σταθμό Λαρίσης και σταμάτησε στην οδό Ζαχία 4, ένα δρομάκι απέναντι από την πλατεία Αττικής. Είναι ένα καθαρό, ήσυχο και διακριτικό σινεμά, με την τιμή εισιτηρίου στα 5 ευρώ. Μία αφίσα του Σούπερμαν στο φουαγιέ σε προϊδεάζει για τη ρετρό λαϊκότητά του.

Δε λείπει και από δω το ψωνιστήρι, αλλά πολλοί πελάτες έρχονται μόνο και μόνο για να παρακολουθήσουν την τσόντα. Κάποιοι από τους θαμώνες ίσως είναι σελέμπριτις, γιατί ο ιδιοκτήτης μού τονίζει τη διακριτικότητά του και την εχεμύθειά του με τη φράση «σα να είμαι εδώ και να μην είμαι».

Το Γκάζι, το μέχρι πρότινος φέρελπι gay village και νυν διασκεδασούπολη πασών των Αθηνών, δε θα μπορούσε να μείνει χωρίς σινεμά. Απέκτησε πριν δύο περίπου χρόνια το Attraxx, στην οδό Ιάκχου 34. Εδώ το εισιτήριο είναι τσιμπημένο, στα 10 ευρώ, αλλά Τετάρτες και Πέμπτες το κατεβάζουν στα 8. Δεν είναι ένα σινεμά σαν τα υπόλοιπα. Δεν έχει καν αίθουσα. Έχει ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο όπου μπορούν να κάτσουν 10 – 15 άτομα και να δούνε τσόντα σε οθόνη plasma. Υπάρχουν όμως καμπίνες με κρεβάτι και οθόνη, στην οποία μπορείς να επιλέξεις ανάμεσα από 3000 ταινίες, straight, gay και lesbian. Αν προκύψει καμία γνωριμία, μπορείτε να τη βγάλετε στην καμπίνα, η οποία κλειδώνει - υπάρχει και χαρτί για να σκουπιστείτε μετά.

Εδώ έχω δει και την πιο απολαυστική ίσως τσόντα στη ζωή μου: είναι τρεις παλαιστές και παλεύουν ποιος θα γδύσει τον άλλο για να του πάρει πίπα. Το κοινό κάτω από το ρινγκ επευφημεί, ζητωκραυγάζει και λέω ότι τελικά η καύλα και το χιούμορ συνδυάζονται μια χαρά αν υπάρχει ταλέντο και στα δύο.

Στο ύφος του Attraxx υπάρχει κι άλλος ένας τέτοιος χώρος στο Γκάζι, το fcuk, το οποίο μπορεί να συστήνεται ως dark room (το μοναδικό αυθεντικό της πόλης, όπως διαφημίζεται στο site του), επειδή όμως έχει και οθόνες που προβάλλουν τσόντα, θα μπορούσε να ενταχθεί στην ευρεία χορεία των τσοντοσινεμά. Σινεμά νέας γενιάς θα τα `λεγε κανείς αυτά. Το fcuk λένε ότι θυμίζει αντίστοιχους χώρους του Βερολίνου – αυτό το γράφω με επιφύλαξη, αφού δεν έχω αξιωθεί ακόμα αυτή την πόλη. Αλλά και στη sauna Flex στην Πολυκλείτου 6 στο Μοναστηράκι μπορεί κανείς, φορώντας μόνο την πετσέτα του χαμάμ, να δει τσόντα στο χώρο του τρίτου ορόφου, όπου υπάρχει οθόνη, καθώς και στο δεύτερο όροφο της sauna Alexander, Μεγάλου Αλεξάνδρου 134. Ίσως να υπάρχουν βέβαια κι άλλοι τέτοιοι χώροι στην Αθήνα και να μην τους έχω εντοπίσει ακόμα.

«Τώρα, το παλιό Ολυμπίκ γκρεμίστηκε», γράφει ο Αγγελάκης στα «αλησμόνητα σινεμά» του, «και τα τελευταία χρόνια χτίστηκε ένα καινούριο Ολυμπίκ στη Φίλωνος, προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, κοντά στο Τελωνείο, που προσπαθεί κι αυτό γενναία να επιβιώσει». Τερματικός σταθμός της τσοντότσαρκάς μας λοιπόν, η Φίλωνος 88 στην Τρούμπα του Πειραιά.

Το Ολυμπίκ παλιά δεν ήταν σεξιτζίδικο σινεμά. Ήταν «κανονικό» κι έπαιζε κυρίως καουμπόικα έργα. Τσόντες άρχισε να παίζει από το 2000 και μετά. Αυτά μου λέει εδώ ένας άνθρωπος της γειτονιάς και της πιάτσας και μου λύνει το φιλολογικό μου δίλημμα: τσοντοσινεμά ή πορνοσινεμά; Σεξιτζίδικα, τελικά!

Στην πρόσοψή του διαφημίζεται ως super sex cinema. Είναι ανοιχτό από τις 8 το πρωί ως τις 2:30 τα ξημερώματα, με είσοδο 5 ευρώ. Στην αίθουσα παίζει straight τσόντα, αλλά στο υπόγειο, όπου βρίσκονται το dark room και η τουαλέτα, μια μικρή οθόνη παίζει gay τσόντα. Εδώ γίνεται και το ψωνιστήρι. Μια φορά μού την έπεσε ένας κατά δήλωσή του άνεργος Αλβανός και επέμενε να του δώσω ένα δεκάρικο και να πηδηχτούμε. Καμώθηκα ότι δεν είχα πάνω μου λεφτά και του εξήγησα ότι και να `χα δε θα του `δινα – για όσο καιρό περνάει η μπογιά μου δεν καταδέχομαι να πληρώνω –, αλλά δεν ξεκολλούσε με τίποτα. Μου `κανε τράκα και δύο τσιγάρα. Τι να γίνει, υπάρχουν και οι ενοχλητικοί σε τέτοια μέρη.

Δεν έρχονται όμως μόνο gay εδώ. Μια μέρα πέτυχα δυο παιδιά που ήρθαν να δουν λίγη τσόντα, να περάσει η ώρα ώσπου να φύγει το καράβι για την Κρήτη – σπουδάζουν στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Έχει και τέτοια πελατεία το σινεμά αυτό, λόγω του ότι βρίσκεται κοντά στο λιμάνι.

Εδώ τελειώνει η τσάρκα μας στα τσοντοσινεμά – λάθος: σεξιτζίδικα, είπαμε. «Δώστα μου όλα / είμαστε απόντες / με μια ζωή γεμάτη τσόντες / μετά το διάλειμμα σε χάνω / κι αλλάζω πλάνο». Γυρνάς σπίτι σφυρίζοντας το «Σινεμά» των Κραουνάκη – Παυριανού, ξεχνιέσαι με τίποτα τσόντες στο internet, ψάχνεσαι στα sites γνωριμιών - «Τι ρόλο έχεις;», «Τι γουστάρεις στο κρεβάτι;», «Πόσο την έχεις;» - και άλλα τέτοια, και ξενερώνεις.



back to main