Περί έρωτος (η συνέχεια)
M.Hulot

Τι είναι ο πλατωνικός έρωτας;
Επρόκειτο για την  υπόθεση ότι μπορεί να υπάρχει έρωτας ικανός να αυτοευνουχιστεί, να αποκοπεί  από τις φαντασιώσεις, τα σώματα, την  έξαψη της σάρκας και ο,τιδήποτε ταξινομούμε στο κατάστιχο της σεξουαλικότητας. Μπορεί μεν ο έρωτας πρωτογενώς να είναι εκτός φύλου και από αυτή την άποψη οι ομοφυλόφιλοι έρωτες και οι ετεροφυλόφιλοι έρωτες ελάχιστα διαφέρουν, αλλά στο βαθμό που συγκροτείται μια ερωτική διυποκειμενικότητα ο καθένας κομίζει εκεί μέσα το σώμα του και φυσικά σε ένα δεύτερο, η ερωτική εμπειρία καλείται να συμπράξει με το ενορμητικό σώμα κα τις απαιτήσεις του.

Γιατί δεν υπάρχει διάφυλη σχέση; Τι είδους σχέση υπάρχει;
Όπως ήδη αναφέραμε, όντως  δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα. Δεν υπάρχει στο ανθρώπινο είδος τυπική μορφή σχέσης, ενστικτικά παγιωμένη. Τα δύο φύλα είναι αποσυζευγμένα, το καθένα  στον κόσμο του και αυτό που λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους δεν είναι κάποια προκαθορισμένη, προδιαμορφωμένη, τυποποιημένη  σχέση η οποία εσωτερικεύεται και ενεργοποιείται, αλλά μια αλληλουχία συμπτωμάτων, φαντασιώσεων, ασυνείδητων  σημασιών που προβάλλονται στον ερωτικό  παρτενέρ. Με άλλα λόγια, σε μια διάφυλη σχέση, είτε  ομοφυλόφιλη, είτε ετεροφυλόφιλη, εκτός από τους δύο παρτενέρ υπάρχουν τα συμπτώματά τους, υπάρχουν οι φαντασιώσεις τους, υπάρχουν οι ταυτίσεις τους, υπάρχουν σημασίες του ασυνειδήτου και όλα αυτά καθιστούν τον έναν για τον άλλο ‘αντικείμενο επιλογής’ προνομιακής και περιπαθούς. Πρόκειται για μια έννοια που σφυρηλάτησε ο Φρόυντ για να υπογραμμίσει ότι το άλλο ή το ίδιο φύλο υπεισέρχεται σε μια ερωτική σχέση ως ένα ιδιότυπο αντικείμενο μορφοποιημένο ακριβώς μέσα σε αυτό το καλούπι των συμπτωμάτων, των φαντασιώσεων, των σημασιών, των ταυτίσεων. Ο καθένας ξέρει από την προσωπική του ζωή ότι η γυναίκα ή άνδρας που τον ελκύει δεν είναι ο πρώτος τυχόντας ή η πρώτη τυχούσα. Πρέπει να έχει κάποια ιδιόμορφα χαρακτηριστικά ικανά εξάψουν το ερωτικό του πάθος. Το ερωτικό πάθος δεν υπακούει σε ένα είδος βιολογικού ρολογιού, όπως συμβαίνει στα ανώτερα θηλαστικά  όπου υπάρχουν περίοδοι του χρόνου με υπερέκκριση ορμονών και επιτακτικό ζευγάρωμα. Στους ανθρώπους το ερωτικό πάθος υπακούει στις πιο παράδοξες και αλλόκοτες λογικές. Επιπλέον, η διάφυλη σχέση παίρνει πλέον αινιγματικές μορφές. Για παράδειγμα, ποια είναι η διάφυλη σχέση στην οποία εγγράφεται ο φετιχιστής φερ’ειπείν. Ο φετιχιστής είναι κάποιος που το ερωτικό του πάθος αναφλέγεται και πυρακτώνεται στην επαφή με ένα άψυχο κομμάτι ρούχου ή με μια τούφα μαλλιών. Αν βάλει κανείς το φετιχιστή δίπλα στη πιο θεσπέσια γκόμενα που λικνίζεται και του κουνιέται μπροστά στη μύτη του, μπορεί να παραμένει παγερά αδιάφορος. Αρκεί όμως  να κουνήσει κανείς το κιλοτάκι της μπροστά στον λιγούρη οφθαλμό του  για να πέσει σε κατάσταση έκστασης. Ή αρκεί να κουνήσει κανείς μπροστά στη μύτη του το σοσονάκι της πρώτης τυχάρπαστης και βρωμοπόδαρης σταχτοπούτας, για να εκτοξευτεί στα ουράνια. Ποιος είναι λοιπόν ο έμφυλος παρτενέρ του φετιχιστική; Ο αναξιοπαθών μαζοχιστής φαντασιώνει, ηδονίζεται και εκστασιάζεται κατά την περίπτυξη με την κροταλίζουσα θηριωδία του μαστιγίου, ή με τα ανάλγητα τσιγκέλια από τα οποία τον κρεμούν στο σεξουαλικό κρεοπωλείο. Αδιαφορεί παντελώς για τα σεξουαλικά χαρίσματα της  ασθμαίνουσας ντομινατρίς που χειρίζεται με επιδοτούμενη αυταπάρνηση τα  σχετικά εργαλεία. Ούτε η γοητεία της τον συναρπάζει, ούτε τα ματόκλαδά της και ούτε φυσικά θα της δώσει ραντεβού στο σεληνόφως. Ομοίως ο σαδιστής μπορεί να βασανίζει κάποιον και να την βρίσκει, αλλά από σεξουαλική άποψη ο άλλος να τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Θα κατακρεουργήσει τον δύστυχο παρτενέρ του, αλλά τα σεξουαλικά του χαρίσματα είναι νεκρές ζώνες. Η έξαψή  του απευθύνεται σε ένα σώμα που δεν έχει ερωτογόνες ζώνες και η έμφυλη διάστασή του έχει υποβαθμιστεί. Αντικείμενο του πόθου του δεν είναι το ερωτικό σώμα, αλλά το άγχος που θα αποσπάσει από αυτό η σαδιστική θηριωδία του. Ο παρτενέρ του σαδιστή δεν είναι ένα σώμα που ενεστοποιεί την έμφυλη χάρη του, αλλά τον πανικό του παγιδευμένου ζώου. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο παρτενέρ του έμφυλου υποκειμένου δεν είναι κατ’ανάγκη το αντίθετο φύλο, όπως φαντάζεται με αφέλεια η ψυχιατρική ή η θεολογία. Η σχέση του ανθρώπου με τη σεξουαλικότητα βοά και διακηρύσσει με χίλιους δυο τρόπους αυτό που διατυπώνει με μινιμαλιστική παρρησία το αξίωμα του Λακάν: δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, υπάρχει χάσμα. Και από αυτό το χάσμα τα ανθρώπινα υποκείμενα που συνάπτουν σχέσεις και εγκλωβίζονται σε πάθη, το γεφυρώνουν όπως όπως με τα συμπτώματά τους, τις φαντασιώσεις τους, το ασυνείδητό τους, σπανίως δε με τον έρωτα.

Ακούμε όλο και πιο συχνά ότι υπάρχει πρόβλημα ταυτότητας του φύλου, ισχύει αυτό;
 Αυτό φαίνεται να δείχνει η εποχή μας, ότι δεν υπάρχουν φύλα, υπάρχουν ταυτότητες, με τη διαφορά ότι οι ταυτότητες είναι κατασκευασμένες και στη θέση της ταυτότητας αυτό που ανακαλύπτουμε χάρη στην ψυχανάλυση είναι ταυτίσεις. Οι ταυτότητες χαρακτηρίζονται από μια ατέρμονη ρευστότητα στο σύγχρονο κόσμο και ουσιαστικά οι σχετικές προβληματικές, ο πολλαπλασιασμός της θεωρητικής μέριμνας για τις ταυτότητες, τα πανεπιστημιακά τμήματα που είναι οικοδομημένα γύρω από τη  θεματική της ταυτότητας στο σύγχρονο κόσμο, όλη αυτή η ατέρμονη φιλολογία στην πραγματικότητα καταμαρτυρά την κατάρρευση ουσιαστικά των έμφυλων ταυτοτήτων στο σύγχρονο κόσμο, το γεγονός ότι η έμφυλη διαφορά δεν λειτουργεί πια σαν μια οργανωτική μήτρα της υποκειμενικοποίησης του φύλου και αυτή η χασματική, εύθραυστη υποκειμενικοποίηση του φύλου οδηγεί τον καθένα στο σύγχρονο κόσμο να επινοήσει εμβαλωματικά μια ταυτότητα, να προσπαθήσει να λειτουργήσει στο επίπεδο της διαφοράς των φύλων με τρόπο που είναι συμβατός με τα συμπτώματά του, τις φαντασιώσεις του, με το ασυνείδητό του, με τις σημασίες που οργανώνουν τον εσωτερικό του κόσμο και να έχει πρόσβαση σ’ ένα σενάριο απόλαυσης.

Οι ασέξουαλ τι είναι;
Όπως επισήμανα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου η διαφορά των φύλων δεν λειτουργεί πια σαν μια ισχυρή οργανωτική μήτρα της σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα στο επίπεδο της απόλαυσης. Η βία και η ρητορική του πατριαρχικού  θεσμού  διασφάλιζαν ότι οι άντρες γίνονται  άντρες, οι γυναίκες  γίνονται γυναίκες και επομένως κάθε ομιλ-ον υποκείμενο θα καταλήξει να ταυτιστεί με το ανατομικό του φύλο. Οι ταυτίσεις θα έπρεπε να ευθυγραμμίζονται με τις ανατομικές προδιαγραφές του φύλου γιατί οι άντρες είναι άντρες και οι γυναίκες είναι γυναίκες και επομένως η  απόλαυση των σωμάτων φιλτράρεται στη διάφυλη σχέση που είναι εκ φύσεως καιν θεϊκής βουλήσεως, ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα. Στη σημερινή εποχή που η πατριαρχία έχει φάει τα ψωμιά της, που αδυνατεί να λειτουργήσει διαμορφωτικά σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των φύλων, την υποκειμενικοποίηση των έμφυλων ταυτίσεων  και την επιλογή του αντικειμένου απόλαυσης, κάθε υποκείμενο επινοεί λίγο πολύ τη δική του ταυτότητα, αποπειράται  να λειτουργήσει με βάση περισσότερο το σώμα του, τις απαιτήσεις του ενορμητικού του σώματος, με βάση τις εμπειρίες του, τον κύκλο του. Θεωρώ ότι η άνοδος της προβληματική πάνω στον πολλαπλασιασμό των ταυτοτήτων συμπορεύεται με την κατάρρευση της πατριαρχίας. Και επίσης με την αποικιοποίηση των σωμάτων από τα αποτελέσματα της επιστήμης και την μικροφυσική διάχυση της εξουσίας  στα έμφυλα σώματα μέσω των τεχνολογιών. Αλλά αυτό είναι μεγάλο θέμα.

Ο άνθρωπος έχει πολλά ερεθίσματα γύρω του, βλέπει τα πάντα. Κατά πόσο αυτό έχει επηρεάσει την ταυτότητά του;
Ο άνθρωπος έχει πρόσβαση σε ένα πιο ευρύ φάσμα εμπειριών, επίσης όλες αυτές οι κλασικές απαγορεύσεις και οριοθεσίες των οποίων η πατριαρχία ήταν ο θεματοφύλακας έχουν καταστεί τελείως πορώδεις. Η υπερεγωτική πίεση που ασκείτο στα ανθρώπινα πλάσματα να ταυτιστούν είτε κατ’ανάγκη είτε με μια ανδρική φιγούρα είτε με μια γυναικεία και παράλληλα να επισφραγίσουν  αυτή την ταύτιση με την επιλογή ενός παρτενέρ που ανήκει στο άλλο φύλο, τείνει προοπτικά να  εκλείψει. Ζούμε σε κοινωνίες που δεν είναι πια απαγορευτικές αλλά μάλλον επιτρεπτικές, αν όχι προτρεπτικές προς κάθε μορφή εμπειρίας. Υπάρχει γενικευμένη και ξέφρενη κυκλοφορία των σημείων, των απόψεων των ανθρώπων και εκεί αποδεικνύεται ότι η διαφορά των φύλων υπό αυτή τη δυαδική σχηματοποίηση σε άνδρες και γυναίκες ήταν μια ιστορική κατασκευή. Ναι μεν υπάρχουν άνδρες και γυναίκες από βιολογική άποψη με βάση κάποια ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά ο τρόπος που λειτουργεί κάθε υποκείμενο στο επίπεδο της απόλαυσης, της σεξουαλικής εμπειρίας, στο επίπεδο των ερωτικών του παθών δεν καθορίζεται από το ατομικό του φύλο. Αυτό ίσχυε πάντα αλλά ο πατριαρχικός θεσμός κατάφερνε να βάλει τους ανθρώπους σε δύο καλούπια και όποιοι ξέφευγαν από αυτό το πράγμα ήταν είτε αδερφές είτε λεσβίες είτε ανώμαλοι, είτε εκφυλισμένοι και πάντα διωκόμενοι, τουλάχιστον  στο σύγχρονο κόσμο πάντα γιατί στον αρχαίο κόσμο υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ανεκτικότητα. Αυτή η μυθοπλασία της διαφοράς των φύλων που θα υπόκειτο σε κάποιες βιολογικές προδιαγραφές έχει πλήρως αποσαρθρωθεί και οι άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο βιώνουν εμπειρίες απόλαυσης, ερωτικών παθών, στο επίπεδο των οποίων δεν είναι κατ’ανάγκη υποχρεωμένοι να υιοθετήσουν μια στερεότυπη έμφυλη ταυτότητα. Σε ορισμένες εμπειρίες η έμφυλη ταυτότητα είναι αναγκαία, σε ορισμένες άλλες εμπειρίες, η ενεργοποίηση της διάστασης του φύλου για πρόσβαση σε μια συγκεκριμένη πρακτική δεν είναι αναγκαία. Όπως ανέφερα, ο φετιχιστής για παράδειγμα, τουλάχιστον σε ένα φαινομενολογικό επίπεδο, δεν έχει ανάγκη να ενεργοποιήσει μια έμφυλη ταυτότητα απέναντι σε ένα κομμάτι ύφασμα. Ως ένα σημείο, το σώμα τείνει να εκτοπίσει το φύλο.

Γιατί οι άνθρωποι αισθάνονται ενοχή με το σεξ; Γιατί υπάρχει ενοχικό συναίσθημα ακόμα και στον αυνανισμό;
Σε ορισμένες κοινωνίες εξακολουθεί να υπάρχει ενοχή. Η ενοχή είναι κάτι το οποίο εισάγεται απ’ έξω στην εμπειρία της σεξουαλικότητας, δεν είναι εμμενής διάσταση της σεξουαλικής εμπειρίας, εισάγεται κατά κάποιο τρόπο αρτηριογραφικά στην εμπειρία της σεξουαλικότητας. Και εδώ συναντάμε τον   απόηχος της φράσης ενός βαθιά ενημερωμένου επί του θέματος στοχαστή, του Αποστόλου Φαύλου, αν μου επιτρέπετε, που είχε πει την περίφημη θέση «την αμαρτία ουκ έγνω ει μη δια νόμου». Με άλλα λόγια, για να υπάρξει αμαρτία πρέπει πρώτα να αναλάβει υπηρεσία ο νόμος. Η αμαρτία, δηλαδή, αποτελεί κατασκεύασμα του νόμου. Η αμαρτία είναι το εξώγαμο του νόμου. Στο βαθμό που ο νόμος εισάγεται στη σεξουαλική εμπειρία μεταφέρει εκεί το σπέρμα της ενοχοποίησης. Ο νόμος ενοχοποιεί εκ των προτέρων, συγκροτεί το υποκείμενο εκ προοιμίου ως ένοχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, της ενοχής που αναδύεται από την επαφή με το σεξ, από τον τρόπο πρόσβασης στη σεξουαλικότητα, εκεί ο καθοριστικός φορέας του νόμου είναι αυτό που ο Φρόυντ ονόμασε υπερεγώ. Όπου λειτουργεί το υπερεγώ ενεργοποιείται  ένας μηχανισμός ενοχοποίησης της απόλαυσης και της σεξουαλικότητας. Γιατί σ ’ όλες τις οιδιπόδειες μυθοπλασίες, η απαγόρευση της αιμομιξίας στοιχειοθετεί εκ προοιμίου το ερωτικό αντικείμενο ως απαγορευμένο, επομένως οποιαδήποτε ερωτική έφεση κατευθυνόμενη προς το ερωτικό αντικείμενο, σηματοδοτείται ευθύς εξ αρχής ως ένοχη. Ο νόμος και πολύ περισσότερο το υπερεγώ είναι ένα εσωτερικευμένο υποκείμενο της γνώσης, ένας ενδόμυχος παντογνώστης. Αν έχουμε,  για παράδειγμα, αδυναμία στα μπούτια της αδερφής μας, το υπερεγώ είναι το πρώτο που το ξέρει. Το υπερεγώ εισάγει στην εμπειρία της σεξουαλικότητας θεσπίσματα ενοχοποίησης, είναι μια καφκαϊκή μηχανή που εγκαθίσταται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής και ενοχοποιεί όχι μόνο κάθε εμπειρία, αλλά και κάθε ερωτικό σκίρτημα της σάρκας  που εντοπίζει.
Ο Λακάν επισημαίνει ότι υπάρχει και μια άλλη πιο σκοτεινή όψη στη λειτουργία του υπερεγώ. Λειτουργεί ως προτροπή, σου λέει πού πρέπει να στρέψεις τη προσοχή σου, ποιο είναι το ποθητό αντικείμενο και έτσι λειτουργεί ως μηχανισμός προτροπής για την παράβαση του κανόνα. Το υπερεγώ επιτάσσει την απόλαυση. Μόνο που αυτό διχάζει, γιατί το επιθυμητό αντικείμενο το σηματοδοτεί  ταυτόχρονα ως απαγορευμένο και με αυτή την έννοια εισάγει στον ανθρώπινο ψυχισμό ένα είδος εσωτερικού διχασμού, συγκροτεί το υποκείμενο ως διχασμένο και το παραπέμπει κάθε φορά όπου επιθυμεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Υπάρχει και ένα είδος ενοχής διαφορετικό από όλα αυτά, που το ανθρώπινο πλάσμα καταφέρνει να προσποριστεί εις βάρος του κατά την πρόσβαση στο περιπόθητο αντικείμενο, καθότι η αντλούμενη απόλαυση υπολείπεται πάντα των προσδοκιών του.  Επειδή η απόλαυση είναι πεπερασμένη, υπάρχει ένα πέραν της απόλαυσης και αυτό το πέραν της απόλαυσης που δεν καταφέρνω να το ιδιοποιηθώ μού δημιουργεί την αίσθηση μιας απώλειας  για την οποία νιώθω υπεύθυνος και η οποία μετατρέπεται σε συναίσθημα ενοχής. Στο βαθμό που δεν καταφέρνω να ανταποκριθώ στις προσδοκίες της φαντασίωσής μου, είμαι ένοχος απέναντί  τους, γιατί αδυνατώ να τις εκπληρώσω στο ακέραιο. Η σεξουαλικότητα δεν είναι μόνο το κατ’εξοχήν πεδίο της απόλαυσης , είναι επίσης προνομιακό πεδίο για την έκλυση ενοχών.

Τι είναι η διαστροφή; Υπάρχει αύξηση στις διαστροφές;

Θα επικαλεστώ τις  ανυπέρβλητες αναλύσεις του Φουκώ πάνω στη γενεαλογία των διαστροφών. Η έννοια της διαστροφής είναι μια σύγχρονη έννοια, ανύπαρκτη στους προγενέστερους ιστορικούς χρόνους και κοινωνίες. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχαν τρεις βασικοί κώδικες που σηματοδοτούσαν τη σχέση του υποκειμένου με τη σεξουαλικότητα: το εκκλησιαστικό δίκαιο, η χριστιανική ποιμαντορία και το αστικό δίκαιο. Αυτοί οι τρεις κώδικες ήταν κεντροθετημένοι στις γαμήλιες σχέσεις. Και ο κύριος όρος που συνέτασσε όλη την προβληματική πάνω στο συζυγικό καθεστώς και λειτουργούσε ενοχοποιητικά μέσα σε αυτή την προβληματική ήταν ο όρος του Λιμπερτινάζ, των εξωσυζυγικών σχέσεων και του ακόλαστου λίγο πολύ βίου. Οι απαγορεύσεις ήταν νομικού χαρακτήρα χωρίς να εξυπακούουν τον ψυχολογικό στιγματισμό του υποκειμένου. Από τα τέλη του 18ου αιώνα, αρχές το 19ου, το σύστημα της βιοεξουσίας που αρχίζει να διαμορφώνεται επεξεργάζεται πλέον μια άλλη προσέγγιση, επεξεργάζεται μια σειρά από νέους λόγους οι οποίοι είναι πλέον κεντροθετημένοι όχι στο γαμήλιο ζευγάρι, αλλά στις αποκλίνουσες σεξουαλικότητες, όπως η παιδική σεξουαλικότητα, ο παιδικός αυνανισμός, η σεξουαλικότητα των τρελών, οι μονομανίες  κτλ και με αυτή την έννοια συντελείται μια μετάβαση όλης της προβληματικής από την οικονομία των εσωτερικών σχέσεων του ζευγαριού προς την κατηγορία της ομαλότητας. Και αυτό το παρά τον νόμον που ίσχυε μέχρι τότε αντικαθίσταται από το παρά φύσιν, μια έννοια που σφυρηλατείται από το λόγο της σύγχρονης ιατρικής, της ψυχιατρικής και της παιδαγωγικής. Αυτοί οι λόγοι οριοθετούν, στιγματίζουν και καταδικάζουν μια σειρά από μορφές σεξουαλικότητας επειδή αποκλίνουν από ένα κατασκευασμένο πρότυπο ομαλότητας. Εκεί σμιλεύεται η έννοια της διαστροφής ως αποκλίνουσας μορφής σεξουαλικότητας σε σχέση με την υποτιθέμενη ομαλότητα. Η ιατρική και η ψυχιατρική επινοούν, λοιπόν, μια άλλη εκδοχή της ομοφυλοφιλίας. Μάλιστα, ο όρος ομοφυλοφιλία είναι πρόσφατος, εμφανίζεται τέλη του δέκατου ένατου αιώνα σε ένα άρθρο ενός Γερμανού ψυχίατρου ονόματι Βέστφαλ, που δημοσιεύει ένα άρθρο για την αντιστροφή του ψυχικού φύλου. Ο ομοφυλόφιλος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως νομικό υποκείμενο.  Στοιχειοθετείται ως διεστραμμένο υποκείμενο. Η ίδια η πράξη προσεγγίζεται με ένα ριζικά νέο τρόπο. Εμφανίζεται στο προσκήνιο η φιγούρα του εκφυλισμένου υποκειμένου και σφυρηλατείται η τερατώδης κατηγορία του εκφυλισμού η οποία λειτούργησε καταλυτικά σε όλη την ιατρική και ψυχιατρική σκέψη του δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα και είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η κατηγορία υιοθετήθηκε ως έρεισμα στη ναζιστική προβληματική, προκειμένου να οργανωθούν προγράμματα κοινωνικής κάθαρσης γιατί οι ομοφυλόφιλοι  στιγματίζονταν ως ηθικά και βιολογικά εκφυλισμένοι. Οι διαστροφές πραγματικά επινοήθηκαν από την ιατρική και ψυχιατρική και εμφυτεύτηκαν στα σύγχρονα σώματα και απετέλεσαν εργαλεία για προγράμματα κοινωνικής κάθαρσης. Η ιστορία σήμερα τείνει να υποτροπιάσει.

Τον έρωτα τον συντηρούν οι άντρες ή οι γυναίκες;
Οι γυναίκες ονειρεύονται έρωτες  και οι άνδρες παρτούζες. Τον έρωτα τον συντηρούν οι γυναίκες γιατί είναι ‘ερωτομανείς’, έχουν μια  ανεξάντλητη  έφεση  προς το ερωτικό πάθος, ενώ οι άντρες είναι σεξομανείς και αδιαφορούν για τον έρωτα και γι αυτό  το λόγο δεν υπάρχει διάφυλη σχέση.



back to main