Φυσίγγια στο χέρι
M.Hulot

Ο Γιώργος Χέλμης μεγάλωσε ανάμεσα σε κυνηγετικά όπλα και φυσίγγια και έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του, μέγα κυνηγό.

Εδώ και 45 χρόνια γεμίζει φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών και μάλλινες τάπες, μια τεχνική που είναι πολύ ακριβή πια και σπάνια, αλλά εμμονή των μερακλήδων κυνηγών.  

Φωτο: Eftychia Vlachou

Αν ρωτήσεις έναν φανατικό κυνηγό από πού αγοράζει φυσίγγια, είναι σίγουρο ότι θα σου αναφέρει τον Χέλμη, ένα μικροσκοπικό μαγαζί με κυνηγετικά είδη στην οδό Δεριγνύ. Ο Γιώργος Χέλμης είναι πια συνταξιούχος, αλλά η «αρρώστια» του για το κυνήγι και το ψάρεμα «δεν πρόκειται να σβήσει για όσο ζει», μάς λέει. Το μεράκι του για το κυνήγι από μικρό παιδί (από 9 χρονών εκπαιδευόταν στο σκοπευτήριο Καισαριανής) και η οικογενειακή επιχείρηση που είχε ο πατέρας του στον Πειραιά (ένα μαγαζί με όπλα), τον έβαλαν για τα καλά στον κόσμο των δίκανων και των φυσιγγίων. Από το 1957.

Ο πατέρας του, που ήταν επίσης «άρρωστος» κυνηγός, είχε εργοστάσιο που χάθηκε στην γερμανική Κατοχή. Η μάνα του είχε όνειρο να τον δει φαρμακοποιό, αλλά δεν τα έπαιρνε τα γράμματα, έτσι ο πατέρας του άνοιξε ένα μαγαζί με κυνηγετικά είδη στον Πειραιά (το ένα από τα τρία που υπήρχαν εκείνη την εποχή) και τον έβαλε στη δουλειά. Αφού δούλεψε για κάποια χρόνια στο μαγαζί, αποφάσισε να «ξενιτευτεί» στην Αθήνα, -«τότε η πλατεία Βικτωρίας ήταν μακριά απ’ το κέντρο και όλοι μου έλεγαν ότι είναι μεγάλο το ρίσκο», εξηγεί, «μάλιστα κάποιοι έβαζαν στοίχημα πότε θα το κλείσω». Από το 1969 μέχρι σήμερα το μαγαζί λειτουργεί ασταμάτητα, ο κύριος Χέλμης άντεξε σε κακές γλώσσες και σε ανταγωνισμούς και έγινε «θρυλικός» μάστορας για δυο τουλάχιστον γενιές κυνηγών. Ο Γιώργος Χέλμης δεν έχει απλά ένα μαγαζί που πουλάει ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του κυνηγού ή του ψαρά, φτιάχνει μόνος του χειροποίητα φυσίγγια που είναι άριστης ποιότητας, με μάλλινες τάπες. «Οι μάλλινες τάπες είναι πλέον δυσεύρετες και πανάκριβες», λέει, «σήμερα στο εμπόριο βρίσκεις πλαστικές ή από χαρτοπολτό. Οι μάλλινες όμως δίνουν την ίδια ταχύτητα σε όλα τα σκάγια και όσοι ξέρουν τις προτιμούν, παρόλο που είναι πιο ακριβές». Μας δείχνει τον τρόπο που γεμίζει τα φυσίγγια στο χέρι, ένα-ένα, με μπαρούτι προσεκτικά ζυγισμένο, πώς τοποθετεί τα ξύλινα καλούπια που είναι γερμανικά της δεκαετίας του ’40 κάτω από το ογκομετρικό, πώς βάζει τις τάπες και πιέζει να εφαρμοστούν, πώς μπαίνουν τα σκάγια και πώς στο τέλος γίνεται το στρίψιμο για να σφραγιστούν. Ένα από αυτά είναι ελαττωματικό και το βγάζει να το πετάξει. «Το καταλαβαίνω με την αφή», λέει, «μπορώ να εντοπίσω τα λάθη από την εμπειρία μου».


Το κάθε κουτί με 25 χειροποίητα φυσίγγια του κοστίζει 10 ευρώ, διπλάσια από ένα αντίστοιχο με βιομηχανικά. Μας εξηγεί πού πλεονεκτούν τα δικά του σε σχέση με τα αμερικάνικα π.χ., που χρησιμοποιούν τρικ με εξελιγμένους συγκεντρωτήρες και αλλοιώνουν το βλητικό αποτέλεσμα.
Το μεγάλο πλεονέκτημα των δικών του φυσιγγίων, εκτός από την εμπειρία, είναι η καλή ποιότητα των υλικών: της πυρίτιδας, των σκαγιών, της τάπας -χωρίς τσιγγουνιές- που ανεβάζουν την τελική τιμή, αλλά έχουν ασύγκριτα καλύτερο αποτέλεσμα. Και η φήμη του διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αποκτώντας μόνιμους πελάτες που του έφερναν κι άλλους. «Οι περιστασιακοί πελάτες μάθαιναν για τα μάλλινα και ζητούσαν κι αυτοί. Για πολλά χρόνια τα μάλλινα τα είχα κρυμμένα γιατί αν τα ήξεραν όλοι, δεν θα προλάβαινα να γεμίζω. Δεν είχα άνθρωπο να με βοηθάει. Και τώρα μόνος μου είμαι και δεν μπορώ να φτιάξω πάνω από 1000 φυσίγγια το μήνα. Το κάθε ένα φτιάχνεται στο χέρι και θέλω να μπορώ να ελέγχω την ποιότητα». Οι μόνιμοι πελάτες του προμηθεύονται φυσίγγια συχνά, για να μην ξεμείνουν σε περίπτωση που κάποια μέρα αποφασίσει να σταματήσει την παραγωγή.
Στο μικρό μαγαζί μπαινοβγαίνουν πελάτες που φαίνεται να είναι και φίλοι του, επειδή αστειεύονται ασταμάτητα, κι αυτός ανταποδίδει. Θυμάται τον Κούρκουλο που κυνηγούσε και σύχναζε στο μαγαζί, τον Γιάννη τον Βογιατζή που ήταν συχνός επισκέπτης του. Μας λέει ότι οι άνθρωποι που κυνηγούν και ψαρεύουν έχουν χοντρό κόλλημα με το χόμπι τους και δεν το παρατάνε, παρ’ όλες τις οικονομικές δυσκολίες, αλλά δεν υπάρχει δουλειά όμως παλιά. «Το σκέφτονται να φύγουν για κυνήγι μακριά όπως παλιότερα, έχουν πάρα πολύ ακριβήνει τα καύσιμα, το πολύ να πάνε μέχρι τον Μαραθώνα ή την Κωπαΐδα». Οι χρυσές εποχές όπως οι περίοδοι ’60-’90 δύσκολα θα ξαναγυρίσουν. 


Μας μιλάει για τους νέους κυνηγούς που ψάχνουν στο ίντερνετ για να βρουν στοιχεία και δεν έχουν ιδέα τι θέλουν, ζητώντας του εξωφρενικά πράγματα. Νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν ακούνε τη γνώμη κάποιου έμπειρου κυνηγού. Χαίρομαι όταν βλέπω νέα παιδιά με μεράκι που ενδιαφέρονται να μάθουν πράγματα. Για αυτούς είμαι έτοιμος να προσφέρω τα πάντα. Την Κυριακή κάθισα και έφτιαξα φυσίγγια με λεπτό σκάγι για το γιο ενός γνωστού μου που είναι πιτσιρικάς και έχει λαχτάρα για τη φύση».
 

Υπάρχει κάποιος που θα του εμπιστευόσασταν την τέχνη και το μαγαζί σας; Κάποιος συνεχιστής;
«Δυστυχώς, όχι. Υπήρχε ένα παλικάρι που είχα δίπλα μου χρόνια και ήταν σαν παιδί μου, που ήξερε τα πάντα για το μαγαζί και ονειρευόμουν να του δώσω την επιχείρηση, αλλά τον χάσαμε πέρσι σε ατύχημα με τη μηχανή. Δεν θα υπάρχει συνεχιστής…».

Πώς γεμίζεις ένα φυσίγγι
Παίρνεις τα άδεια πλαστικά φυσίγγια με τον πυροκροτητή και τα τοποθετείς στις θήκες-καλούπια.
Ζυγίζεις την πυρίτιδα και ρίχνεις σε ένα όση χρειάζεται με τον ογκομετρητή.
Τοποθετείς τάπα και την πατάς στην πρέσα να εφαρμόσει.
Βάζεις την σωστή ποσότητα σκαγίων με το δοσομετρητή. 
Τοποθετείς πάλι τάπα.
Σφραγίζεις το κάθε φυσίγγι στο χέρι με το ειδικό μηχάνημα, ελέχγοντας ταυτόχρονα αν είναι σωστή η πίεση και αν υπάρχει κάποιο ελαττωματικό.
Τοποθετείς σε κουτιά των 25.



back to main