Στην βεράντα της Καλλιρόης
M.Hulot

Η Κάλη Φέρρη είναι μία σταρ. Μετά από χρόνια στη νύχτα, πέντε δίσκους και δεκάδες επιτυχίες κάνει σχέδια για τη νέα της δουλειά που θα κυκλοφορήσει λίγο πριν την άνοιξη. Στο Ough! άνοιξε το σπίτι της και την ντουλάπα της και μάς αποκάλυψε το πολύτιμο περιεχόμενό της.

Φωτο: Axis Ataxis

Η Κάλη Φέρρη μένει με τον σύζυγό της κάπου στο Χολαργό. Μάς υποδέχτηκε στο νέο της διαμέρισμα («είναι μικρότερο από το παλιό, αλλά έχει υπέροχη περιμετρική θέα και το προτιμήσαμε», μάς λέει ο άντρας της, «στην Κάλλη αρέσει να βλέπει το βουνό») και, μέχρι να τελειώσει η φωτογράφηση, άλλαξε τρία φορέματα. Όλα εντυπωσιακά. Η Κάλλη έχει μια πολύ μεγάλη συλλογή με ρούχα, όπως –άλλωστε- και όλες οι τραγουδίστριες της σειράς της. Τα βγάζει από την ντουλάπα και τα κρεμάει σε έκθεση στο μπαλκόνι και μάς τα σχολιάζει. «Σε ταξίδια που πήγαινα μέχρι τώρα - γιατί αυτό το χρόνο δεν πήγα- σε κάθε μέρος αγόραζα μερικά και έκανα μια συλλογή. Μερικά από αυτά τα έχω ράψει σε μοδίστρα, σύμφωνα με την ιδέα που είχα. Μερικά άλλα μου άρεσαν και τα αγόραζα χωρίς να ξέρω  ποιου σχεδιαστή είναι, γιατί δεν με νοιάζει ποιος το έκανε, δεν με ενδιαφέρει αν είναι φίρμα, με ενδιαφέρει αν μου αρέσει. Και με ενδιαφέρει και η τιμή. Παλιά που παίρναμε μεγάλα μεροκάματα αγόραζα ακριβά ρούχα, αλλά τώρα με την κρίση που υπάρχει, δεν μπορώ να το κάνω. Υπάρχει ανασφάλεια αυτή την εποχή. Δεν θέλω να δώσω δέκα χιλιάδες για να πάρω φόρεμα. Προτιμώ -αν τα είχα- να τα έδινα σε μια οικογένεια. Δεν είναι προκλητικό να πάρω μια τουαλέτα και ο άλλος δίπλα μου να πεινάει;».

Η Κάλη έχει φτιάξει καρυδόπιτα να μας υποδεχτεί, έχει διάθεση να μιλήσει για τα πάντα και είναι πολύ συμπαθής. Μετά την φωτογράφηση μάς διηγείται όλη της τη ζωή. Μιλάει για τις  trash-o-εκπομπές που πήγαινε κάποτε με πλήρη επίγνωση για το «τζέρτζελο» που θα ακολουθούσε. «Την βοήθησαν την καριέρα μου», μάς λέει. «Παλιά είχα πάει στον Καμπούρη, αλλά μας έβγαζε και μαλώναμε καμιά φορά για την τηλεθέαση. Εγώ δεν  το καταλάβαινα στην αρχή. Έβλεπα λοιπόν ότι μού ριχνόντουσαν σε ό, τι έλεγα. Μετά το κατάλαβα. Πάντως είχε ακροαματικότητα. Εγώ πήγαινα, είχα στεναχώριες στο  σπίτι γιακάτι, πέταγε καμιά κοτσάνα κανένας, πέταγα κι εγώ τα δικά μου, διασκέδαζα. Ο καβγάς δεν μου άρεσε, νόμιζα ότι είναι τυχαίο στην αρχή, μετά κατάλαβα τι γινότανε. Αλλά απορώ αν το καταλάβαινε κι ο ίδιος που το έκανε αυτό. Πουλάνε διαφημίσεις  όμως αυτά. Κι ενώ κάτι εκπομπές πιο σοβαρές  δεν έχουν ακροαματικότητα, αυτή είχε. Μερικές φορές, όμως, μέσα στα  αστεία βγαίνει και το σοβαρό. Για να βγει κάτι πρέπει να χεις και λίγο πνεύμα, να κάνεις σάτιρα, διαφορετικά δεν βγαίνει».

Η Κάλη έχει δεκάδες ιστορίες να διηγηθεί, ιστορίες από τα ταξίδια της στον κόσμο –έχει ταξιδέψει σχεδόν παντού-, τους μήνες που δούλεψε στην Αίγυπτο, στην Αυστραλία, τον Καναδά. «Μία φορά στο Κάιρο που τραγουδούσα σκάει στην πίστα ένας θαυμαστής και μου ζητάει το γοβάκι μου. Το παίρνει, το γεμίζει σαμπάνια και άρχισε να πίνει! Μου το έκανε χάλια το παπούτσι! Ένας άλλος μου έστελνε λουλούδια με καλαθάκια. Πολλά καλαθάκια, ασταμάτητα. Μαθημένη κι εγώ από την πίστα της Ελλάδας, τα άρπαζα και τα πέταγα στον κόσμο. Έβλεπα ότι κάτι γινόταν όταν τα πέταγα γιατί σκοτώνονταν ποιος θα αρπάξει το λουλούδι, αλλά νόμιζα ότι ήταν από την πολλή αγάπη. Έρχεται λοιπόν ένας σερβιτόρος έντρομος και μου λέει «μην τα πετάς τα λουλούδια, τρελάθηκες;». «Αφού μου τα δίνει ο κόσμος με αγάπη θα τα πετάξω στον κόσμο», τού λέω εγώ, «τι κακό κάνω;». Παίρνω ένα λουλούδι και το βάζω στο στήθος μου και τι να δω από κάτω; Κάθε λουλούδι είχε τυλιγμένο ένα εκατονταδόλλαρο! Ήταν ένα συνέδριο με πάμπλουτους Άραβες στο ξενοδοχείο που τραγουδούσα δίπλα στο Νείλο και ποιος το ξέρει πόσα λεφτά είχαν βάλει σε αυτά τα καλαθάκια!. Έκατσα τρεις μήνες στο Κάιρο και ήθελαν να μείνω κι άλλο γιατί είχα μεγάλη επιτυχία εκεί, αλλά δεν γινόταν να μείνω επειδή είχα τον άντρα μου στην Ελλάδα. Ο λαός εκεί δεν είχε λεφτά. Την ώρα που έμπαινα στο μαγαζί μαζεύονταν ένα σωρό ζητιάνοι και τους έδινα λεφτά, μία, δύο, μετά το λέγανε σε άλλους και ερχόντουσαν ακόμα περισσότεροι. Αλλά δεν γινόταν, όσο και να τους αγαπάω δεν έφτανε το μεροκάματο και άρχισα να μπαίνω από την πίσω είσοδο. Και εκεί μια μέρα με σταματήσανε με κάτι όπλα γιατί ήθελα να φάω απ’ έξω. Δεν με ξέρανε οι φρουροί και με σταματήσανε και για να ανοίξω το κουτί. Μου λέγανε ‘άνοιξε το εσύ’ και δεν το ανοίγανε μόνοι τους. Αναγκάστηκα και τους είπα ότι είμαι τραγουδίστρια και έτσι με αφήσανε να μπω». Με τον άντρα της είναι μαζί από πολύ μικρή. Ήταν μαθηματικός κι εγώ πήγαινα να δώσω τότε στο πολυτεχνείο, γιατί  μ’άρεσαν τα μαθηματικά πάρα πολύ. Και η φυσική και η χημεία. Ήμουνα πολυποίκιλος άνθρωπος, ήθελα να σπουδάσω. Και μού λέει ‘γιατί να πας φροντιστήριο να πληρώνεις; Με ’κοψε από το φροντιστήριο και μου ’πε θα σου κάνω εγώ μαθηματικά. Και μου έδειξε μαθηματικά (ξεκαρδίζεται). Τα μπλέξαμε, παντρευτήκαμε, πάνε και  τα μαθηματικά, πάνε και τα πολυτεχνεία, αλλά τι να κάνουμε ήταν η τύχη μου εκεί». Την ρωτάμε αν την ζηλεύει όταν ανεβαίνει στην πίστα και έχει τόσους θαυμαστές. «Ε, και εγώ τον ζηλεύω. Λίγο, φυσιολογικά. Όσο χρειάζεται για το ερωτικό στοιχείο, αλλά δεν είναι ωραίο να βγαίνει πολύ ζήλια γιατί γίνεται μαρτύριο η ζωή σου. Θέλω να έχω και την ατομική μου ελευθερία. Δεν γίνεται να θέλουμε τα ίδια πράγματα. Έπειτα, θα δει και μια ωραία γυναίκα να μην την θαυμάσει; Και εγώ αν δω έναν ωραίο άντρα θα τον θαυμάσω αλλά δεν θα πάω και μαζί του. Από εκεί και πέρα θα υπάρχουνε και καβγαδάκια και τέτοια, αλλά αυτά είναι μέσα στο πρόγραμμα. Εγώ πάντως ωραία περνάω. Εξαρτάται από τη σχέση που έχεις με τον άλλο».

Θυμάται τα παιδικά της χρόνια στον Πύργο Ηλείας και τα όνειρα που είχε μικρή. «Με βάφτισαν Καλή Φέρη από το Καλλιρρόη αλλά ώρες ώρες μου αρέσει να με λένε Καλλιρρόη. Το πατρικό μου είναι Ντινοπούλου, το Φέρρη μου το έδωσε ο Τάκης Μηλιάδης από το επώνυμο του συζύγου μου. Είχαμε κάνει κάποια σκετσάκια και βγαίναμε με τη γυναίκα του τη Σάσα στα νοσοκομεία, στρατό και τέτοια. Έτσι με βαλε στο θέατρο. Και τώρα εξακολουθώ, μία κάνω το ένα μία κάνω το άλλο. Τραγουδάω σε κλαμπς που με καλούνε και πάω και κάνω και πλεϊμπάκ κι αυτά, είναι πολύ της μόδας να πηγαίνεις. Σε ταβέρνες, σε χοροεσπερίδες, και τέτοια. Από τον Πύργο έφυγα πολύ μικρή, δεν ήμουν ήσυχος άνθρωπος κι ήθελα να σπουδάσω. Ήμουν καλό παιδί αλλά είχα ανησυχίες, πώς γεννηθήκαμε, τι είναι ο Θεός, είχα ένα σωρό ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν και όλοι μού έλεγαν παραμυθάκια τότε. Τέλειωσα το λύκειο στην Αθήνα. Στα 16 μου ήρθα από κάτω γιατί με αποβάλανε από το σχολείο. Επειδή δεν φορούσα κορδέλλα. Πλάκα κάνω. Φορούσα λίγο μίνι και και ήταν επαρχία εκεί και δεν το σηκώνανε. Μιλούσα και με τα αγόρια και νόμιζαν ότι επειδή μιλάω μαζί τους ότι κάνω και κάτι. Έτσι είναι όμως ο τύπος μου εμένα, να μιλάω, να κάνω παιχνίδι χωρίς καμία πονηριά, αλλά το παρεξήγησαν. Μετά πήγα στη σχολή αγγλομαθών γραμματέων, και συγχρχόνως, πριν τελειώσω, πήγα και στη δραματική. Κάπως έτσι άρχισα το τραγούδι, με έβαζαν στη δραματική να τραγουδήσω σε κάτι εκδηλώσεις κι έβγαζα χρήματα για να τελειώσω τις σπουδές. Παράλληλα δούλευα στις ταβέρνες της Πλάκας, στο Πλακιώτικο Σαλόνι, Στο Βαριετέ, στην Παλιά Αθήνα, σε πολλά μαγαζιά. Έκανα και μια καλή ταινία που πήγε στο φεστιβάλ Βενετίας, τους ‘Κεκαρμένους’ του Δημήτρη Μακρή. Μετά έκανα την ‘Μεγάλων των Γύφτων σχολή’. Έπαιξα και σε κάτι σίριαλ με τη Ρένα Βλαχοπούλου. Δεν ασχολήθηκα άλλο σαν ηθοποιός γιατί το τραγούδι είχε πιο πολλά χρήματα. Ξεκίνησα με ελαφρό δίπλα στη Νάντια Κωνσταντοπούλου και μετά συνέχισα με λαϊκό. Έκανα και σόου πίστας –ό,τι έκανε ο Χάρρυ Κλιν- επειδή ήμουν ηθοποιός έγραφα τα κείμενα και έκανα σάτιρα στον κόσμο. Συνεργάστηκα με το Γιάννη Φλωρινιώτη σε πολλούς δίσκους. Α, έχω κάνει και ραδιόφωνο. Είχα μια εκπομπή που λεγόταν ‘Τι καλό θα σας φέρει η Καλή Φέρρη’.

Υπήρξατε και πρόεδρος του συλλόγου γυμνιστών; «Ναι, ακόμα είμαι επίτημη πρόεδρος, λέω συμβουλές και τέτοια. Ο γυμνισμός για μένα είναι φιλοσοφία ζωής, δεν είναι το γδύσιμο. Μου αρέσει η φύση και να κολυμπάω ελεύθερη, χωρίς σφιξίματα. Παλιά κάναμε γυμνισμό σε πιο πολλά μέρη, τώρα είναι όλα γεμάτα και πια κάνεις επίδειξη. Κι ενοχλούνται αρκετοί. Μια φορά είχα πάει με τον άντρα μου σε μια τεράστια παραλία στην άκρη, από δω οι ντυμένοι, από κει οι γυμνοί. Και σηκώθηκε κάποια, περπάτησε 500 μέτρα και ήρθε να μας βρει για να μας πει ‘δεν ντρεπόσαστε που είστε γυμνοί; Δεν φαινόμασταν ούτε με κυάλια!».

 



back to main