It’s always sunny in Ψυχικό
Διονύσης Ανεμογιάννης, Σπύρος Διαμαντάρας

Γιαγιάδες γκρινιάρες, γιαγιάδες γλυκιές, παππούδες ποιητές και ταβλαδόροι, χοροί, κάλαντα και εκλεκτές παρουσίες στο γηροκομείο Αθηνών.

Φωτο: Manteau Stam.

Είχαμε βάλει ένα στοίχημα, όλοι οι συντελεστές της φετινής παράστασης. To είχε πει η Sara από τους Keep Shelly In Athens, ότι έπρεπε να τις κάνουμε τις κυρίες του γηροκομείου να χαρούνε και η Βιολέτα (a.k.a. Nalyssa Green) είχε ξετρυπώσει απ’ τη μνήμη της όλο το παλιό ελληνικό της ρεπερτόριο. Σιγά σιγά η παρέα μεγάλωσε. Ήρθε ο Αντώνης από τους LePage και οι MENTA, o Monsieur Minimal μεταγραφή τελευταίας στιγμής και ο LogOut που είχε προϋπηρεσία σχετική. Τέλος καλωσορίσαμε τον Lolek, που αποδείχτηκε ο αγαπημένος των γιαγιάδων. Και κάπως έτσι άρχισαν τα όργανα.
Έντεκα το πρωί και οι ένοικοι του γηροκομείου Αθηνών είχανε λάβει θέσεις. Όλοι εκτός από τη παρέα της κυρά Αθηνάς που κάπνιζε στο Χωλ. «Ποιος είσαι συ» με ρωτά εκείνη, «και σένα τι σε νοιάζει μωρή;» απαντά μια άλλη κυρία της παρέας και ξεκινά η στιχομυθία μεταξύ τους. Η κατάσταση πιο μέσα, δεν απείχε πολύ. Μικροκαυγάδες, πολλά τσιγάρα, κυρίες με άνοια, κύριοι σιωπηλοί, να μας κοιτούν σαν εξωγήινους. 

Καθίσαμε δίπλα τους και αρχίσαμε τις κουβέντες, ενώ στο πιάνο άρχισε να ακούγεται το μοτίβο από το «Άστα τα μαλλάκια σου». Η κυρία Αγαθή, στην αρχή δεν μας μιλούσε, όμως όταν έμαθε πως είμαι από Παξούς, αμέσως ξεθάρεψε «Α, τότε είσαι συγχωριανός μου» είπε με έμφαση, «αφού εσείς είστε απ’ τα Γιάννενα», «Ήπειρος είναι όλα» απαντά με περηφάνια. Με τα πολλά άρχισε να μου λέει για τον έρωτά της στο γηροκομείο που κράτησε έξι χρόνια, «ένας άντρας ψηλός, λεβέντης», που όμως απεβίωσε πριν καιρό. Τώρα νοιώθει μόνη γιατί οι περισσότερες κυρίες του κτηρίου έχουν άνοια και δεν πολυκαταλαβαίνουν. Η κομπανία χωρίζεται σε αγόρια και κορίτσια που τραγουδούν εναλλάξ το «Πες μου μια λέξη» και η κυρά Αρετή μου λέει σιγανά «γιατί καλέ δεν φέρατε κανά κλαρίνο; Εγώ δεν τα ξέρω τα λαϊκά» και χαρίζει το πρώτο της, πανέμορφο χαμόγελο. Πιο δίπλα η κυρά Μαρία που δεν της αρέσει κανείς και τίποτα μας λέει να πάψουμε να μιλάμε. «Πώς σας φαίνεται η μουσική;» την ρωτάω, απαντάει με γκριμάτσα «χάλια είναι, μόνο ο μαέστρος ο ψηλός είναι καλός». Ένεκα χριστουγένων τής τον φωνάζω, είναι ο Δημήτρης από τους ΜΕΝΤΑ. «Γιαγιά σας αρέσει το πρόγραμμα;» τη ρωτάει ανυποψίαστος, «Χάλια είναι και εσύ να πας να ξυριστείς. Άιντε και τώρα σπίτια σας, αλάτι, αλάτι!».

Η εμπειρία μας λιγότερο τρομακτική από τους παππούδες. Όπως με τον Γιώργο Ακάλεστο, αγιογράφο που έχει φιλοτεχνήσει πάνω από 30 εκκλησίες στα νιάτα του και καπνίζει τέσσερα πακέτα πουράκια την ημέρα. Ή τον κύριο Σπύρο, καπετάνιο από την Χίο που έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Στα νιάτα του δούλευε καπετάνιος σε εμπορικά πλοία όμως ποτέ δεν φορούσε στολή γιατί δεν του άρεσε. Έχει σκοπό να πάει στο γηροκομείο στην Χίο, γιατί εκεί κοντά είναι και το πατρικό του που είναι «σπιταρόνα», περιμένει όμως να αδειάσει θέση πρώτα. Στο γηροκομείο δεν του αρέσει που όλοι είναι στο κόσμο τους και κανείς δεν παίζει τάβλι και κουνκάν. Για να του απαλύνει τον πόνο μια κοπέλα από την ομάδα προσφέρθηκε να τον χορέψει ‘Το μινόρε της Αυγής' που τραγουδούσε εκείνη την στιγμή η Nalyssa Green. Εκείνος μας κοίταξε με νόημα «μπορώ ν’ ακουμπάω;».

Καθώς το πρόγραμμα προχωρούσε και ο Lolek καθισμένος με την κιθάρα στον καναπέ τραγουδούσε νοσταλγικές μελωδίες που έκαναν το ακροατήριο ακόμα πιο σιωπηλό, μια διακριτική παρουσία, σαν άγριο ζώο που μαγεύτηκε από τη μουσική, η κυρία Μαργαρίτα Λαμπρινού, εμφανίστηκε δειλά στην άκρη του σαλονιού. «Η κυρία Μαργαρίτα είναι από τις πιο αγαπημένες παρουσίες στο γηροκομείο. Δεν έρχεται ποτέ σε εκδηλώσεις, μάλλον όμως της άρεσε η μουσική και κατέβηκε να δει», εξήγησε με σεβασμό η κυρία Χαραλαμποπούλου, κοινωνική λειτουργός. Ηθοποιός του εθνικού θεάτρου, με πολλές εμφανίσεις στον ελληνικό κινηματογράφο και σύζυγος του Σταύρου Ξενίδη, η κυρία Μαργαρίτα είναι πολύ ευχαριστημένη από την επιλογή της να μείνει στο γηροκομείο «ακούνε γηροκομείο και φαντάζονται τα χειρότερα. Όμως η ζωή εδώ είναι όμορφη και εύκολη», παραδέχεται με τα μάτια της γατζωμένα πάνω μου. Πνεύμα αφυπνισμένο η κυρία Μαργαρίτα λατρεύει να ακούει τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο και να διαβάζει βιβλία. «Θέατρο όμως δεν πηγαίνω. Από τότε που σταμάτησα να παίζω, δεν ξαναπήγα. Άθελά σου γίνεσαι επικριτικός όταν βρίσκεσαι τόσα χρόνια σε αυτό το επάγγελμα, και αυτό θέλω να το αποφύγω. Με κούρασε το θέατρο. Όλες μου τις παραστάσεις τις αγάπησα, κάθε ρόλο. Όμως δεν κοιτάω πίσω. Όλα είναι μια συνέχεια που οδηγεί στο σήμερα. Καλησπέρα σας λοιπόν!»
Λίγες ακόμα νότες από την Άγια Νύχτα και το ραντεβού μας με το γηροκομείο Αθηνών έφτανε στο τέλος του. Ο κύριος Σταύρος ,όμως, από το βάθος της αίθουσας μας πρόλαβε: «να σας πω και εγώ ένα ποίημα;», προσφέρεται. «Να τους πεις όμως εκείνο το ευχάριστο με τα λαγκάδια, όχι τα άλλα τα λυπητερά», τον προτρέπουν από το ακροατήριο και εκείνος σε στάση προσοχής, γεμάτος περηφάνια και βλέμμα του προσηλωμένο κάπου μακριά, ξεκίνησε την απαγγελία. Έλεγε το ποίημα του, το ομοιοκατάληκτο που μιλούσε για το πώς η 'τιμή' αν τσουλιθεί στους λόγκους και στα βράχια δεν την ξαναβρίσκεις και οι υπόλοιποι σιωπηλοί τον κοιτούσαμε, σαν να μας πρόσφερε κάτι τόσο πολύτιμο, παράξενο αλλά και μακρινό, κάτι που ασυναίσθητα ξυπνούσε ανάμνησεις των παιδικών μας χρόνων, όταν βρισκόμασταν με τους δικούς μας ποιητές, τους παππούδες του καθενός μας. Μια μικρή σιγή όταν τελείωσε ο κύριος Σταύρος και μια αμηχανία μέχρι να μπει το ακορντεόν στην θέση του και να αρχίσουν οι ετοιμασίες της αναχώρησης. Η ώρα είχε πάει δώδεκα και παππούδες με τις ντάμες τους έπρεπε να πάνε στο εστιατόριο για μεσημεριανό. Όμως ήμουν σίγουρος πώς κάτι είχε αλλάξει από την αρχική μας συνάντηση με τους μουσικούς στα πέτρινα σκαλοπάτια του γηροκομείου. Ιδέα μου ή έβλεπα παντού χαμόγελα τριγύρω;



back to main