Λαθρεπιβάτης στο μετρό
Αλεξάνδρα Πράσσα, Χριστιάνα Τσάπη

Μπορείς να σηκωθείς να φύγεις αν σε πιάσουν χωρίς εισιτήριο στο μετρό; Μπορείς να δώσεις ψεύτικο όνομα και να γλιτώσεις το πρόστιμο; Το ψάξαμε, κι ορίστε τα αποτελέσματα:

Σύνταγμα. Έξω από το μετρό. Η ώρα 8 και κάτι το πρωί. Τριγύρω η ατμόσφαιρα μυρίζει φρεσκοσβησμένα τσιγάρα. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, επαίτες ανεβαίνουν-κατεβαίνουν στα μέσα μεταφοράς, ο καθένας με τη δική του πορεία, τα δικά του προβλήματα. Πρόσωπα αγουροξυπνημένα, βιαστικά, νυσταγμένα, ανέμελα, σκυθρωπά. Βρισκόμουν ανάμεσα στα εκδοτήρια εισιτηρίων και στα επικυρωτικά μηχανήματα. Εισιτήριο δεν υπήρχε στο πρόγραμμα, καθώς δεν υπήχαν και λεφτά στην τσέπη. Έψαξα λίγο στο πάτωμα μήπως βρω το "μαγικό χαρτάκι" με λίγα ακόμη διαθέσιμα λεπτά διαδρομής. Κάποιοι προσέφεραν τα δικά τους, προτάσσοντας τα χέρια, αλλά μάταια, δεν πρόλαβα. Οι επιλογές στέρευαν και εγώ έπρεπε να φύγω. Πέρασα τα επικυρωτικά μηχανήματα, προχώρησα λίγα βήματα, μέχρι που έφτασα στις κυλιόμενες και παρασύρθηκα στην κάθοδό τους. Πριν προλάβω να ελέγξω, η σκάλα με οδηγούσε στους ελεγκτές. Φάνταζαν στο μυαλό μου ως κακοί ήρωες κόμιξ που περίμεναν με ένα σαρκαστικό γέλιο, εμένα, τον άτυχο ήρωα -και πρωταγωνιστή- με τον οποίο θα έρχονταν αντιμέτωποι. Τα γεγονότα προχωρούσαν πιο γρήγορα από τις σκέψεις και κάπως έτσι , 10 δευτερόλεπτα απόσταση από το συρμό, ακούστηκε η φράση: "Το εισιτήριό σας παρακαλώ!" Πάγωσα. Όσες σκέψεις φευγαλέες ήρθαν στο μυαλό μου, δεν με άφησαν να πω κάτι πρωτότυπο. "Δεν έχω εισητήριο". Με ψεύτικο ευγενικό χαμόγελο ο ελεγκτής ανανέωσε το μπλοκάκι του με νέα σελίδα, τοποθέτησε το καρμπόν στη θέση του, άνοιξε το στυλό του και ξεκίνησε να γράφει το πρόστιμο. Το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω πλέον ήταν να δώσω τα στοιχεία μου και με το ροζ πρόστιμο-εισιτήριο στο χέρι, να κατευθυνθώ στο προορισμό μου.
Λαθρεπιβάτες μπορούμε να γίνουμε όλοι, είτε συνειδητά, είτε ακούσια, είτε αναγκαστικά κάποιες φορές. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να γνωρίζουμε τα δικαιώματά μας ως επιβάτες των μέσων μεταφοράς, τα όρια τα δικά μας αλλά και τα όρια των ελεγκτών. Τα do’s και don’ts, διαφορετικά. Οι έλεγχοι των εισιτηρίων είναι ελάχιστοι και συνήθως πρέπει να ανήκεις στους άτυχους της υπόθεσης για να πέσεις πάνω στους ελεγχτές (όσο και αν επικρατούν ισχυρισμοί  ότι οι έλεγχοι έχουν αυξηθεί 50%). Μετά από ερωτήσεις σε αρμοδίους με απάντησεις που δεν διασταυρώνονταν ποτέ, διαπιστώσαμε τα όρια των ελεγκτών, απέναντι σε έναν λαθρεπιβάτη. Μέχρι σε ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η δικαιοδοσία και η νομική ισχύ των ρόλων τους αλλά και των δικών μας. Ξεκινήσαμε από τα απλά. Μια γρήγορη έρευνα στο google μας έδωσε εξ αρχής πάμπολλα αποτελέσματα. “Δεν πληρώνω”, “Οι Ρομπέν του Μετρό” και διάφορα άλλα site που αναγάγουν την μη έκδοση εισιτηρίου σε επαναστατική πράξη. Και τα είδαμε όλα τόσο ρόδινα, που νιώσαμε ηλίθιες για τα πρόστιμα που έχουμε πληρώσει, αλλά και για τις κατά καιρούς διαπραγματεύσεις με ελεγκτές. Γιατί, ποιος ο λόγος να παρακαλάς “Να σε γράψουν για πάσο και όχι για εισιτήριο”, “Να σε αφήσουν γιατί μπροστά σου ο Όλιβερ Τουίστ είναι καπιτάλας” και ου το καθεξής, όταν ο ίδιος ο Νόμος μοιάζει να είναι με το μέρος σου; Με βάση αυτά που διαβάσαμε, αν έδινες στον ελεγκτή “τα στοιχεία σου”, δεν ήσουν υποχρεωμένος ούτε να δείξεις ταυτότητα ούτε να περιμένεις την αστυνομία να εξακριβώσει το ποιόν σου. Ο ελεγκτής δεν θα είχε το δικαίωμα να σε κρατήσει, καθώς δεν είναι όργανο της αστυνομίας, ενώ εσύ δεν έχεις διαπράξει κανένα ποινικό αδίκημα. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορεί να κάνει και κάτι για να επιβεβαιώσει την ταυτότητά σου, όπως να σε αναγκάσει να τηλεφωνήσεις σε κάποιο μάρτυρα. Απαγορεύεται επιπλέον να ζητήσει να κλείσουν οι πόρτες του λεωφορείου, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν αντισυνταγματικό, ενώ ακόμα κι αν κατέληγες να δίνεις τα στοιχεία σου σε κάποιον αστυνομικό, δεν θα μπορούσε να δράσει αυταπάγγελτα, αλλά η εταιρεία θα έπρεπε να σε μηνύσει με έναν λόγο.  Τρέχα γύρευε... Επιτέλους, αρχίσαμε να νιώθουμε ασφαλείς. Πέρα από τα πρόστιμα που δεν θα ξαναπληρώναμε ποτέ, τέλειωναν επιτέλους και οι εποχές που το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο και το μαύρο τσαντάκι-μπανάνα θα σήμαιναν τον απόλυτο τρόμο.


Καθώς όμως τα χρόνια ιατρικών διαγνώσεων μέσω google, που μας έκαναν να πιστεύουμε ότι πάσχουμε από Ηπατίτιδα Β (στην καλύτερη των περιπτώσεων), έχουν αρχίσει να μας διδάσκουν κάποια πράγματα για την εγκυρότητα των διαδικτυακών πληροφοριών, αποφασίσαμε να ψάξουμε το θέμα λίγο περισσότερο. Καταλήξαμε λοιπόν στα γραφεία του Μετρό. Φτάνοντας εκεί, το πρώτο πράγμα που αντικρύσαμε ήταν ένα παιδί 17 χρονών που ωρυόταν: “Τι θέλετε να κάνω δηλαδή; Να σας τα φέρνω 25-25;”. Στα χέρια του κατούσε μια σακούλα ασφυκτικά γεμάτη με κέρματα. Ο Γιώργος, όπως μάθαμε ότι τον λένε, είχε φέρει τα 42 ευρώ του προστίμου σε κέρματα, αξίας 5 και 10 λεπτών. “Δεν τα δέχτηκαν”, μάς είπε φεύγοντας. “Μου έδειξαν ένα νόμο που τους αφήνει λέει να μην πάρουν τα λεφτά, αν είναι πάνω από 25 τα κέρματα. Λεφτά δεν είναι κι αυτά;”. Προχωρήσαμε προς τον γκισέ με τις ήδη εκνευρισμένες υπαλλήλους. Η προθυμία τους να μας απαντήσουν ελάχιστη, η γνώση τους πάνω στο θέμα, επίσης. Όσοι όμως γνώριζαν ήταν κάθετοι. Ο ελεγκτής μπορούσε να σε κρατήσει για όσο ήθελε, περιμένοντας την αστυνομία, να σε κατεβάσει από τα Μέσα, να σου ζητήσει την ταυτότητά σου, κι εσύ ήσουν πάντα υποχρεωμένος να συμμορφωθείς. Δεν θελήσαμε να το πιστέψουμε έτσι εύκολα. Υπήρχε πάντα η πιθανότητα να ήθελαν απλά να μας ξεφορτωθούν ή και να μας τρομάξουν. Οι πληροφορίες ήταν σε τέτοιο βαθμό αντικρουόμενες, που δεν μας άφηναν επιλογές. Ήταν καιρός να μιλήσουμε με κάποιον που να είχε μηδενικό συμφέρον από τη χι ή ψι ερμηνεία των νόμων. Η λύση στο πρόβλημα βρέθηκε στο πρόσωπο του δικηγόρου Ζήση Ανδριόπουλου, ο οποίος μας απέδειξε ότι όπως σε κάθε περίπτωση, έτσι κι εδώ η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Με τις "σχετικές" και μη διασταυρωμένες γνώσεις που είχαμε φυλάξει στο μυαλό μας και τις εμπειρίες που είχαμε αποκομίσει από παλιότερα και τωρινά περιστατικά στους ελέγχους των μέσων, η νομική πλευρά με βάση τα άρθρα του Συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα δεν έδωσαν το απόλυτο φως στο τούνελ αυτής της δημοσιογραφικής έρευνας. Η ζυγαριά ισορροπούσε εκνευριστικά στα λεγόμενα του Ζήση περί ορθού και εσφαλμένου. "Ναι μεν μπορείς να μη φέρεις μαζί σου ταυτότητα, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.15 του ΠΔ 141/1991, αν δεν έχεις κάτι που να αποδεικνύει ποιος είσαι και τί κάνεις, πας στο τμήμα για εξακρίβωση των στοιχείων σου. Ο αστυνομικός είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει δικαιοδοσία να σε ελέγξει, οπότε η παρουσία του είναι αναγκαστική". Από την πλευρά των λαθρεπιβατών, οι νομικές τρύπες που διαμηνύουν δεν είναι τίποτα άλλο παρά πρακτικές αποφυγής μιας, κατά τα άλλα, απόλυτα παράνομης πράξης. Υφίστανται ως επιχειρήματα για να "θολώσουν" τα νερά και να καθυστερήσουν ή και να αποφύγουν ίσως την επιβολή προστίμου (από τους απληροφόρητους ελεγκτές), αλλά σε μια περαιτέρω ανάλυση, δεν μπορούν να σταματήσουν το κόσμο και να τον πείσουν να μην αγοράζει εισητήρια. Σανίδα σωτηρίας στο στρίγμωμα των ελεγκτών θα ήταν η παρατήρηση της συμπεριφοράς τους και της τήρησης του νόμιμου τρόπου -ή μη- της διεξαγωγής του ρόλου τους.
Από την άλλη πλευρά, πάλι, εισιτήρια αγοράζεις γιατί είσαι σε ένα μέσο που σε εξυπηρετεί. Οι ελεγκτές κάνουν τη δουλειά τους, προτάσσουν την αγορά εισητηρίων και τη μη παραχώρηση τους σε τρίτους. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον και αν δεν τηρήθει κάτι και γίνει αντιληπτό, "τσακώνουν" τους παραβάτες, ζητόυν τα στοιχεία τους και ακολουθεί η σύνηθης διαδικασία με την επιβολή προστίμου. Ανάμεσα στα "δίκια" του καθενός η αλήθεια να βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα. Κανείς να μην ικανοποιείται απόλυτα αλλά ούτε και να αποθαρρύνεται πλήρως. C'est la vie, με λίγα λόγια, και ο καθένας τραβά το το δρόμο του.



back to main