Ο αστροφυσικός που αποφάσισε να ζήσει χωρίς λεφτά
Helmet

Ο Alberto Rico είναι 33 χρονών, αστροφυσικός, από τη Μαδρίτη. Μία μέρα αποφάσισε να δοκιμάσει έναν άλλο τρόπο ζωής, πιο ελεύθερο, χωρίς λεφτά και πολλές ανάγκες. Έτσι αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο με ωτοστόπ και να ζήσει σαν πουλί.

Φωτο: Manteau Stam.

Ο Alberto έμεινε ένα μεγάλο διάστημα στην Αθήνα, δείχνοντας με το τηλεσκόπιό του το φεγγάρι στους περαστικούς. Κυρίως στο Μοναστηράκι. Αυτό είναι ένα μέρος απ’ το συναρπαστικό στόρι του:  

«Rico στα ισπανικά σημαίνει πλούσιος και αυτό είναι ένα αστείο που κάνει ο πατέρας μου: ‘είμαι πλούσιος από το επώνυμό μου όχι από τα λεφτά μου’. Σπούδασα αστροφυσική. Φυσική στη Μαδρίτη και τα υπόλοιπα στη Τενερίφη. Τελείωσα την ακαδημαϊκή μου ζωή πριν από 4 χρόνια και χάρηκα πολύ με αυτό, γιατί νόμιζα ότι είχα χάσει όλη τη δεκαετία των είκοσι χρόνων μου, αλλά δεν ήταν έτσι. Κατάλαβα με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν ήθελα να συνεχίσω, γιατί θα εγκλωβιζόμουν σε μία πορεία χωρίς σταματημό, που όλοι θα ήθελαν να πάω μπροστά και μπροστά. Τότε είπα ότι είναι αρκετά για μένα και πρέπει να βρω έναν άλλο τρόπο ζωής. Έτσι βρήκα αυτή τη σπηλιά στη Γρανάδα. Ήμουν πολύ χαρούμενος και κυρίως για το ότι δεν χρειαζόταν να πληρώνω νοίκι. Στη σπηλιά έμεινα τρία χρόνια και έφυγα πριν από δέκα μήνες. Πήγα και έμεινα σε μία κατάληψη στη Γρανάδα για τέσσερις μήνες. Μετά ήρθε η άνοιξη. Και αποφασίσαμε εγώ με δύο φίλους που έκανα εκεί να ταξιδέψουμε στην Ευρώπη. Μάλιστα, την απόφαση την πήραμε τόσο γρήγορα, που εγώ δεν είχα διαβατήριο μαζί μου, μόνο την ταυτότητά μου. Και από άλλα πράγματα είχα μόνο έναν υπνόσακο, το τηλεσκόπιό μου και τη κιθάρα μου. Τίποτε άλλο.

Στην αρχή πήγαμε στη Βαρκελώνη, κι από εκεί στο Περπινιάν και αυτή ήταν και η έναρξη της ζωής μας στο δρόμο. Μείναμε καναδυο μέρες σε αυτή τη μικρή πόλη. Κοιμηθήκαμε στο πάρκο και τρώγαμε πρωινό στον Ερυθρό Σταυρό. Οι άνθρωποι εκεί δεν ήταν πολύ φιλικοί. Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι με ωτοστόπ, αλλά περπατώντας έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό, ένας από την παρέα έριξε την ιδέα να πάρουμε το τραίνο και είπαμε να το δοκιμάσουμε. ‘Δεν έχουμε χρήματα, αλλά ας δούμε τι θα γίνει’ Η έκφραση ‘θα δούμε’ είναι πολύ χρήσιμη σε τέτοιες περιπτώσεις. Πήραμε το πρώτο τραίνο, αλλά μας κατέβασαν στην επόμενη στάση. Μετά το επόμενο και μας κατέβασαν πάλι. Αυτό συνεχιζόταν. Προσπαθούσαμε να είμαστε ευγενικοί και χαμογελαστοί και να βρίσκουμε τρόπους για να τη σκαπουλάρουμε. Σε μία διαδρομή μας είπαν ότι αν δεν κατέβουμε σε εκείνη τη στάση, στο τελευταίο σταθμό θα μας περιμένει η αστυνομία. Εμείς δεν κατεβήκαμε. Είπαμε ας συνεχίσουμε και ‘θα δούμε’.  Όμως, είδαμε ότι κατέβηκαν πολλοί Γαλλοάραβες που προφανώς δεν είχαν εισιτήριο και την αστυνομία να τους μαζεύει. Έτσι εμείς τελικά τη γλιτώσαμε και με αυτόν τον τρόπο φτάσαμε στο Μονπελιέ. Εκεί βρήκαμε έναν τύπο που έμενε πάνω σε ένα δέντρο και μας προσκάλεσε να μείνουμε μαζί του. Είχε φτιάξει τρεις πλατφόρμες και έτσι υπήρχε χώρος και για μας. Η αστυνομία τον περίμενε διακριτικά πιο μακριά για να τον συλλάβει, αλλά αυτός ήταν τόσο γρήγορος όταν ανεβοκατέβαινε για να παίρνει τα απαραίτητα, που οι αστυνομικοί δεν τον προλάβαιναν για να τον πιάσουν. Ήταν ένα πολύ αστείο θέαμα. Μείναμε στο δέντρο μερικές μέρες. Μετά πήγαμε στη Μασσαλία. Γνωρίσαμε μία Ισπανίδα, τη Rosa, που αποφάσισε να ταξιδέψει μαζί μας. Η Rosa είχε ένα βαν, οδηγούσε, έτσι την ονομάσαμε captain. Είχε φοβερή διαίσθηση και έβρισκε τα πιο ωραία μέρη για να κοιμηθούμε στη φύση, παρακάμπτοντας τους επαρχιακούς δρόμους. Κάναμε κατασκήνωση χρησιμοποιώντας διάφορα πλαστικά, σαν τους τσιγγάνους. Για φαγητό για να επιβιώσουμε πηγαίναμε το απόγευμα στα σούπερ μάρκετ που είχαν κλείσει και στα σκουπίδια τους βρίσκαμε απίστευτα πράγματα σε ποσότητα και ποικιλία, μεταξύ των οποίων και φρούτα και λαχανικά σε άριστη κατάσταση. Μία φορά βρήκαμε και πολλές σοκολάτες και μία άλλη φορά παγωτά. Στο δρόμο γνωρίσαμε έναν baba από την Ινδία, πραγματικά μεγάλη φιγούρα. Ήταν ένας γέρος 74 χρονών που κάπνιζε τεράστια joints και έπινε τα ούρα του και έριχνε πάνω του στάχτη από νεκρούς ανθρώπους. Πολύ παράξενος, αλλά ταυτόχρονα και πολύ αστείος. Ήταν σαν ένα παιδί με πολύ ωραία αίσθηση του χιούμορ. Μου άρεσε αυτό. Έγινε ο πιο ηλικιωμένος φίλος που είχα. Ήταν ένας από τους τύπους που συναντάς συχνά στα rainbow. Το πιο αστείο και ενδιαφέρον με αυτόν ήταν ότι ήθελε να πάει σε ένα φεστιβάλ trance ηλεκτρονικής μουσικής στην Ουγγαρία. Με τον Αrvinda λοιπόν [έτσι τον έλεγαν] μαζί μας, ξεκινήσαμε. Από την Ουγγαρία διασχίσαμε πολύ γρήγορα τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία και σε τρεις περίπου μέρες περάσαμε τα ελληνικά σύνορα. Φτάσαμε στην Αθήνα σε τέσσερις μέρες. Κοιμόμασταν στου Φιλοπάππου. Δεν υπήρχε στιγμή που να μην ερχόταν η αστυνομία και να μας λέει ότι δεν μπορούμε να κοιμηθούμε εκεί και να μας διώχνει και εμείς να αλλάζουμε σημείο και αυτό να συνεχίζεται. Αυτό μας γάμησε λίγο.

Η αρχή μας στην Αθήνα ήταν πολύ δύσκολη. Είδαμε αφίσες που έλεγαν ότι οι ναζιστές είχαν μαχαιρώσει ένα μετανάστη. Υπήρχαν παντού βελόνες από σύριγγες, ειδικά στην Ομόνοια. Είχε πολύ δυνατό ήλιο και πολύ καυσαέριο. Η μουσική στο δρόμο δεν δούλευε καθόλου -μα καθόλου- για χρήματα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολες μέρες. Πηγαίναμε στο Μοναστηράκι σε αυτό το δρόμο που είναι τα εστιατόρια στη σειρά και όταν βλέπαμε ένα τραπέζι που είχε αδειάσει και υπήρχαν ακόμα φαγητά, πηγαίναμε και τα παίρναμε, αλλά είχαμε μπελάδες με τους σερβιτόρους που μας κυνηγούσαν.

Το τηλεσκόπιο που είναι αρκετά ελαφρύ το είχα μαζί μου σε όλο το ταξίδι, αλλά δεν το χρησιμοποίησα για να βγάζουμε χρήματα, αλλά για να βλέπουμε τον ουρανό. Στην Αθήνα το χρησιμοποίησα στο δρόμο επειδή τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με τη μουσική. Μάλιστα ένα πανέμορφο βράδυ στο Μοναστηράκι με το τηλεσκόπιο έβγαλα 100 ευρώ.

Η Αθήνα για μένα είναι σαν μία σκληρή ερωμένη. Δε σου χαρίζει τίποτα, αλλά είναι ταυτόχρονα και καλή και εκεί που δεν το περιμένεις σου δίνει πολλά ωραία πράγματα.

Ο χειρότερος άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη είναι ένας Έλληνας που πουλάει σουβενίρ στο Μοναστηράκι. Είχα πολλά προβλήματα μαζί του όταν έπαιζα μουσική. Δεν ήθελε να παίζω κοντά στο μαγαζί του γιατί πίστευε ότι θα έβγαζε λιγότερα χρήματα. Είναι ο χειρότερος άνθρωπος που συνάντησα μέχρι σήμερα στη ζωή μου. Μία φορά μου είπε μην παίζεις μουσική εδώ γιατί έχει εκκλησία. Και του απάντησα: «Ναι, Στο Θεό δεν αρέσει η μουσική αλλά του αρέσουν τα σουβενίρ».

Το μπάνιο και η τουαλέτα είναι ένα πρόβλημα. Για τουαλέτα πάμε στη φύση ή στα εστιατόρια. Για μπάνιο είναι πολύ δύσκολο. Μόνο σε σπίτια ελλήνων φίλων που κάνουμε.

Στην κατάληψη στο Παγκράτι που μένω τώρα υπάρχει μια καλή γειτόνισσα. Είναι νέα σε ηλικία και έρχεται και κάνουμε παρέα, μας φέρνει φαγητό, και τώρα μας δίνει και νερό. Μένει στον 1ο όροφο και όταν τις σφυρίζουμε βγαίνει στο μπαλκόνι και με ένα σκοινί μας κατεβάζει νερό με τον κουβά.

Ο Alberto είναι και ποιητής, αυτό είναι ένα ποίημα που έγραψε για το ough!

Αναζητώ το βάθος,
την έκταση
του άλλου,
το βυθό του ωκεανού
που είμαι, 
που είμαστε, που είναι ο κόσμος.
Αναζητώ αυτό που έχω δει σε άλλα μάτια,
ταπεινά, που αγαπάνε, που έχουν την αλήθεια.
Αναζητώ αυτό που διαισθάνομαι,
πώς να το πω, το άλλο,
ή, καλύτερα, το ένα, αυτό που υπάρχει από την αρχή,
τη ρίζα που μας ενώνει
μεταξύ μας και με τα πάντα,
τη στάση σου απέναντι στη ζωή, που παραμένει
μετά την επίσκεψη στο χώρο όπου όλα είναι ένα.
 
Busco la profundidad,
el alcance
de lo otro,
del fondo del oceano 
que soy,
que somos, que es el mundo.
Busco lo que he visto en otros ojos,
humildes, amantes, el lo cierto;
busco lo que intuyo,
como llamarlo, lo otro,
o, mejor, lo uno, lo que est desde el principio,
la raiz que nos liga
entre nosotrosy con todo,
la actitud ante la vida que nos queda
tras la visita al espacio en donde todo es uno.
 

 



back to main