Αθήνα-Θεσσαλονίκη με νταλίκα
Πολίνα Χριστοδήμου

Η Πολίνα και ο Σπύρος έκαναν το δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη με νταλίκα, συνοδεύοντας από έναν οδηγό στο μοναχικό ταξίδι του. Αυτή είναι η εμπειρία της Πολίνας.

Ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μας τα σχόλια των φίλων μας: «Σε κανένα χαντάκι θα σας βρούμε», «πόσο cult, ρε μαλάκα»... Πριν καλά-καλά καμφθούν οι αναστολές μας και πριν ακόμη καταλάβουμε πώς βρεθήκαμε «μπλεγμένοι» σ’ αυτή την ιστορία, χαμογελούσαμε συγκρατημένα, σφίγγοντας τα χέρια με τον άνθρωπο που στάθηκε διατεθειμένος να μας βοηθήσει, εξασφαλίζοντας την μεταφορά μας στη Θεσσαλονίκη με δύο ξεχωριστές νταλίκες. «Την Τρίτη φεύγετε», μάς είπε και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι πλέον ήταν αργά για να αλλάξουμε γνώμη. Άλλωστε η περιέργεια είχε ήδη φωτίσει την απόφασή μας. “Αθήνα-Θεσσαλονίκη με νταλίκα”, αναφωνήσαμε ταυτόχρονα, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο με δισταγμό αλλά και ανυπομονησία. Πράγματι, την Τρίτη στις 8:00 το πρωί βρισκόμασταν στο σημείο έναρξης της διαδρομής. Χωριστήκαμε, για να επιβιβαστεί ο καθένας στην νταλίκα του, και δώσαμε ραντεβού στη Θεσσαλονίκη. On the road, λοιπόν:

Τον περίμενα μεσήλικα και κάπως παχύ, με φωνή μπάσα (φωνή νταλικέρη που λέμε), κάπως απότομο και αδιάκριτο. Αντίθετα με τις προβλέψεις μου, ο Τάσος, ο οδηγός της νταλίκας, ήταν νέος, κανονικός σε κιλά και βραχνάδα φωνής, ευγενικός και, αρχικά τουλάχιστον, μάλλον αμήχανος όσο κι εγώ. Θέλοντας πρώτα να σκανάρω τον χώρο που θα με φιλοξενούσε για τις επόμενες εννέα ώρες, βάλθηκα να παρατηρώ το εσωτερικό της νταλίκας, βλέποντας με την άκρη του ματιού μου τον Τάσο να χαμογελάει περιπαικτικά εξαιτίας της παράλογης μάλλον γι’ αυτόν περιέργειας μου -sorry κιόλας, αλλά δεν έχω ξαναμπεί σε νταλίκα. Ο Τάσος στα αριστερά μου, αρκετός κενός χώρος ανάμεσα μας και το περιβάλλον ευρύχωρο. Πίσω από τα καθίσματα μας βρισκόταν το μικροσκοπικό κρεβάτι στο οποίο φαντάστηκα πως θα στρίμωχνε τους πρόχειρους ύπνους του. Το τιμόνι μεγάλο, κάπου στερεωμένο ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι και πάνω από τον Τάσο ένα ξύλο για προστασία. Πολλά κουμπιά και ένας ασύρματος. Κοιτάζοντας μπροστά μου, αντίκρισα τα πέντε-έξι πράγματα που περίμενα να δω (γιατί αλλιώς θα άρχιζα να πιστεύω πως ο Τάσος δεν είναι νταλικέρης): stand για τον καφέ, μεγάλο τασάκι, κρεμασμένη μπροστά από το τζάμι μια μικρή και τριγωνική ελληνική σημαία, άλλη μία δίπλα με την επιγραφή «Φενεός», που όπως μου είπε ο Τάσος είναι το όνομα μιας περιοχής της Κορίνθου, και ένα σταυρουδάκι. Από κάτω, στο εξώφυλλο ενός περιοδικού, πόζαρε μια γυμνόστηθη γκόμενα που μου έκλεινε το μάτι. Όλα αυτά, δέκα ρόδες, ο Τάσος, εγώ και το περίπου 35 τόνων φορτίο μας οδεύαμε προς Θεσσαλονίκη. Η αίσθηση του να βλέπεις τα πάντα από ψηλά προσέδιδε μια γοητεία στη διαδρομή μου, διαδρομή που για τον Τάσο δεν ήταν άλλο παρά το καθημερινό του δρομολόγιο, η ρουτίνα του. «Εργάζομαι σαν οδηγός εδώ και έξι χρόνια. Τα πρώτα δύο έκανα δρομολόγια μέσα στην Αθήνα με φορτηγό. Όλοι ξεκινούν με φορτηγό για να συνηθίσουν τον όγκο του οχήματος και ύστερα μαθαίνουν να οδηγούν νταλίκες. Στη συνέχεια δούλεψα για μια άλλη μεταφορική, κάνοντας το δρομολόγιο Αθήνα- Άμστερνταμ. Αν δεν το κάνεις δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο βάρβαρο είναι. Τα παράτησα, λοιπόν, και από το 2009 δουλεύω σε μια άλλη εταιρία». Προσπαθώντας να σπάσουμε τον πάγο και να γεμίσουμε τα σιωπηλά δευτερόλεπτα αμηχανίας, “βγάλαμε από τις τσέπες μας” την λίστα με τις 20 πιο famous τυπικές ερωτήσεις και αρχίσαμε να ερωτοαπαντάμε εναλλάξ. Κάπως έτσι, λοιπόν, σκυλιά, γατιά, οικογένεια, μουσικά ακούσματα, ιστορίες από το στρατό, φοιτητικά χρόνια και θέματα δουλειάς απασχόλησαν τη συζήτηση μας τις πρώτες δύο ώρες της διαδρομής. «Δεν μπορώ και δεν θέλω να σκέφτομαι πως θα παραμείνω για πάντα οδηγός», εξομολογείται ο Τάσος. «Λείπω συνέχεια και δεν έχω σταθερή ζωή. Θέλω να παραμείνω στον κλάδο, όχι όμως με την ιδιότητα του οδηγού». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και χτύπησε το κινητό του. Από μακριά άκουσα μια φωνή να λέει «αύριο φεύγεις για Θεσσαλονίκη». Τότε άρχισα να καταλαβαίνω το ζόρι του. Ο Τάσος, που είχε ακόμη έξι ώρες για να φτάσει στον προορισμό του, έπρεπε την επομένη στις 6:00 το πρωί να είναι στην Αθήνα (με τρεις ώρες ύπνο), για να αναχωρήσει εκ νέου για Θεσσαλονίκη. Έχοντας κλείσει δυόμισι ώρες στο δρόμο, κάναμε μια στάση στον Αλμυρό για να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας με φρέσκο καφέ (τον ευχαριστώ για το κέρασμα). Λίγα λεπτά αργότερα η ευθεία του δρόμου ξεχυνόταν και πάλι μπροστά μας σαν χαλί σε κλασσικό σπίτι που το έχεις κλωτσήσει και δεν σταματάει να ξετυλίγεται. Αφού πλέον νιώθαμε πιο άνετα ο ένας με τον άλλο, η συζήτηση εξελίχτηκε  σε μια ευχάριστη μπουρδολογία. Όταν με ρώτησε τη γνώμη μου για τους νταλικέρηδες του έκανα την περιγραφή με την οποία πιο πάνω ξεκίνησα την αφήγησή μου. Ο Τάσος γέλασε και μου είπε πως «όπως ισχύει με τους με τους ταξιτζήδες, έτσι και οι νέες γενιές των νταλικέρηδων έχουν αλλάξει. Είμαστε λιγότερο παράξενοι και το προφίλ μας ανταποκρίνεται όλο και λιγότερο στην στερεοτυπική εικόνα που έχει ο κόσμος για εμάς». Άλλωστε ο Τάσος αποτελούσε μια τρανταχτή απόδειξη της αλλαγής αυτής. Θέλοντας να τον πειράξω, σχολίασα την παρουσία του πορνοπεριοδικού που έκανε πιάτσα μπροστά μας. «Οι περισσότεροι έχουν κάτι ανάλογο στη νταλίκα τους. Άλλοι έχουν αφίσα, άλλοι περιοδικό. Ένας οδηγός είχε μια εικονίτσα της Παναγίας και από δίπλα την Pamela Anderson σε τρελά κέφια». «Και όταν είσαι μόνος σου πως περνάει η ώρα σου;» τον ρώτησα. «Σκέφτομαι. Από σκέψεις άλλο τίποτα. Πρέπει να την αγαπάς αυτή τη δουλειά, αλλιώς δεν αντέχεται. Επίσης, μιλάω συνέχεια στο τηλέφωνο με τους συναδέλφους μου, αφού έχουμε απεριόριστο χρόνο ομιλίας». Όντως, απ’ την ώρα που ξεκινήσαμε το τηλέφωνο του είχε χτυπήσει αμέτρητες φορές. Ένας απ’ όσους τον κάλεσαν ήταν ένας φίλος του (νταλικέρης κι αυτός), ο οποίος είχε φαγωθεί να μάθει αν είμαι όμορφη. «Θα μου πεις συνθηματικά αν το εμπόρευμα είναι καλό» του είχε πει. Δεν χρειάστηκε. Τον συναντήσαμε καθώς αυτός επέστρεφε από τη Θεσσαλονίκη, συστηθήκαμε και ύστερα ο καθένας συνέχισε το δρόμο του.



Σε όλη τη διαδρομή, ανάλογα με την πόλη από την οποία διερχόμασταν, συνδεόμασταν με διαφορετικές ραδιοφωνικές συχνότητες, επομένως το ρεπερτόριο είχε μια σχετική ποικιλία: Από ελληνικά, ελληνικούρες και ελληνάδικα μέχρι και σκυλάδικα. Εξαίρεση αποτέλεσαν δύο τραγούδια της Rihanna και το Somebody that I used to know, το οποίο ομολογώ πως άκουσα με ενθουσιασμό, καθώς μου θυμίζει το Erasmus. «Πάντως αν ήμουν άντρας πιστεύω πως η συζήτηση μας θα ήταν διαφορετική», του είπα, «θα μου μίλαγες για γκόμενες και τέτοια. Μετά που θα νιώθω πιο άνετα θα σου κάνω καμιά-δυο αντρικές ερωτήσεις». Ο Τάσος γέλασε. «Όντως, οι νταλικέρηδες μιλάνε πολύ για σεξ, ειδικά οι πιο παλιοί. Πολλά είναι ψέματα αλλά και πολλά αλήθεια. Φταίει το επάγγελμα, μας κάνει πουτανιάρηδες, με την έννοια του ότι κυνηγάμε πολύ το σεξ. Απ’ τη μία είμαστε συνέχεια μακριά απ’ το σπίτι, δεν μπορεί να μας ελέγξει κανείς και περνάμε άπειρες ώρες μόνοι μας και απ’ την άλλη οι γυναίκες προκαλούν. Επίσης, ξέρεις ότι μπορείς να κάνεις κάτι και να ξαναδείς την άλλη μόνο άμα το θέλετε και οι δύο. Ωστόσο πιστεύω πως αν κάνω οικογένεια και είμαι καλά με τη γυναίκα μου δεν θα έχω λόγο να τα κάνω όλα αυτά. Θα δούμε.



«Τι θα με ρωτούσες λοιπόν άμα ήσουν άντρας;». «Θα σε ρωτούσα αν έχεις κάνει σεξ μέσα στη νταλίκα και αν έχεις αυνανιστεί ενώ οδηγάς». Γέλασε. «Σεξ έχω κάνει. Ποιος δεν έχει κάνει; Μαλακία δεν έχω τραβήξει, έχω, όμως, να σου πω σχετικές ιστορίες». Ακούγοντας και σχολιάζοντας τις σχετικές αυτές ιστορίες, η ώρα πέρασε και φτάσαμε στις αποθήκες όπου η νταλίκα θα ξεφόρτωνε. Ευτυχώς περιμέναμε μόνο ένα μισάωρο. Δεν μου επέτρεψαν να μπω κι εγώ στις αποθήκες, οπότε περίμενα απ’ έξω. Λίγη ώρα μετά βρισκόμασταν στη Θεσσαλονίκη και το ταξίδι μου είχε φτάσει στο τέλος του. Παραδόξως, δεν ήμουν καθόλου κουρασμένη. Μάλλον επειδή η συμπεριφορά του Τάσου δεν μου επέτρεψε ούτε να βαρεθώ, αλλά ούτε και να εκλάβω τη μεγάλη απόσταση ως τέτοια. «Ραντεβού στην Αθήνα» είπαμε και δώσαμε τα χέρια.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, η εμπειρία μου αυτή θα μπορούσε να περιγραφεί ως «Ραντεβού στα τυφλά σε μια νταλίκα, διανύοντας την απόσταση Αθήνα- Θεσσαλονίκη». Άλλωστε κάτι τέτοιο ήταν, αν εξαιρέσουμε πως η γνωριμία μου με τον Τάσο δεν είχε τέτοιο σκοπό. Πέραν της ιδιαίτερης αυτής εμπειρίας, κέρδισα και ένα δωρεάν «εισιτήριο» για Θεσσαλονίκη, για όποτε θελήσω να ξαναεπισκεφθώ την όμορφη αυτή πόλη. Τάσο, σ’ ευχαριστώ για όλα.



back to main